με αφορμή την καύση των νεκρών

Ένα παιχνίδι

Φέρτε στο μυαλό σας ένα υπαρκτό, πολύ αγαπημένο πρόσωπο, εκτός από τους γονείς σας ή τα αδέρφια σας. Ας πούμε το παιδί σας, έναν μεγάλο έρωτα ή έναν πολύ στενό φίλο. Και ας υποθέσουμε ότι αυτό το πρόσωπο φεύγει από τη ζωή μετά από μερικά χρόνια από τη στιγμή που μπήκε στη ζωή σας. Φανταστείτε τώρα ότι πέφτετε για ύπνο και το πρωί ξυπνάτε σε μία προγενέστερη χρονική στιγμή, πριν γνωρίσετε αυτό το αγαπημένο πρόσωπο ή πριν κάνετε το παιδί σας, αλλά διατηρείτε ολοζώντανες τις αναμνήσεις από αυτό το αγαπημένο πρόσωπο. Ξέρετε δηλαδή ότι θα γνωρίσετε έναν φίλο ή έναν έρωτα με τον οποίο θα συνδεθείτε πολύ στενά και ο οποίος μετά από κάποια χρόνια θα πεθάνει. Ξέρετε ότι θα κάνετε ένα παιδί του οποίου θα ζήσετε το θάνατο. Και όχι μόνο το ξέρετε, αλλά έχετε ολοζώντανες και τις αναμνήσεις των στιγμών που θα ζήσετε μαζί. Μόνο που τώρα έχετε την επιλογή, αν θα γνωρίσετε αυτό το πρόσωπο ή αν θα κάνετε αυτό το παιδί.

Τώρα κάντε στον εαυτό σας δύο ερωτήματα:

1. Θα γνωρίσετε αυτόν τον φίλο ή αυτό τον έρωτα και θα συνδεθείτε μαζί του; Θα κάνετε αυτό το παιδί το οποίο ξέρετε ότι θα το χάσετε;

2. Αν απαντήσετε θετικά στην πρώτη ερώτηση, πώς θα ζήσετε την κάθε στιγμή με αυτό το πρόσωπο, με το δεδομένο ότι γνωρίζετε πως θα ζήσετε και την απώλειά του;

Περί ζωής και θανάτου

Προσωπικά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό θα επέλεγα να (ξανα)γνωρίζω αυτό το αγαπημένο πρόσωπο, να (ξανα)κάνω αυτό το παιδί. Μόνο που τώρα θα επιδίωκα να ρουφήξω την κάθε στιγμή με όλες μου τις αισθήσεις, με όλη μου την ενέργεια. Δεν θα άλλαζα τίποτα, παρά μόνο την ένταση και το βαθμό βίωσης της εμπειρίας. Θα απολάμβανα την κάθε στιγμή, την κάθε απόλαυση, τον κάθε κάθε καυγά, την κάθε απογοήτευση – ναι, θα απολάμβανα και τους καυγάδες, και τις απογοητεύσεις, ακόμη και τον πόνο και της απώλειας.

Και αυτή μου η επιλογή με φέρνει στο παλιό φιλοσοφικό ερώτημα για τη σχέση ζωής και θανάτου. Θεωρώ -δεν λέω τίποτε καινούργιο- ότι η επίγνωση του θανάτου δίνει ζωή στη… ζωή. Αν ήμασταν αθάνατοι, κάθε εμεπιρία, κάθε συναίσθημα, θα ήταν άσκοπο και ανούσιο, από βαρετό και άτονο έως επώδυνο.

Η στάση μας απέναντι στο θάνατο, όχι η προσωπική του καθενός, αλλά η στάση μας ως πολιτισμού, είναι άλλο ένα σύμπτωμα που δείχνει, κατά τη γνώμη μου, ότι βαδίζουμε σε βαθιά αποξενωμένη από τη ζωή, αφύσικη κατεύθυνση. Και για να μπορεί αυτή η στάση μας να είναι βιώσιμη έχουμε επινοήσει τη θρησκεία, όπως τουλάχιστον τη γνωρίζουμε από τις μονοθεϊστικές θρησκείες.

Η σκέψη μου είναι ότι προσπαθούμε να απωθήσουμε την επίγνωση του θανάτου, επειδή οι όροι ζωής μας δεν μας επιτρέπουν να ζούμε τη ζωή. Δεν μας επιτρέπουν να δινόμαστε όσο έχουμε ανάγκη, να «ξεγυμωνόμαστε» όπως λέει και ένας αγαπημένος φίλος.

Διαβάζοντας αυτό το άρθρο, γίνεται χτυπητά αντιληπτή μία απεγνωσμένη προσπάθεια απώθησης της επίγνωσης του θανάτου.

«Οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι» αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο «νεκροταφεία» και επιμένει στον όρο «κοιμητήρια». Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεώς τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.»

Η απώθηση εδώ φτάνει στο σημείο της άρνησης ακόμη και του φυσικού θανάτου του σώματος. Φτάνει στο σημείο της άρνησης ακόμη και των λέξεων «πεθαμένοι» και «νεκροταφεία». Δεν αρκεί να αανακηρύσσεται η ψυχή ως αθάνατη και άφθαρτη, πρέπει και το σώμα να διατηρείται όσο το δυνατόν περισσότερο και όσο το δυνατόν πιο ακέραιο.

Το κείμενο αυτό του Μητροπολίτη Μεσογαίας επιτελεί με μεγάλη επιδεξιότητα την αποστολή της θρησκείας, όπως την περιέγραφε γλαφυρά ο Μαρξ στην εισαγωγή στην κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας:

«Η θρησκεία είναι η αυτοσυνείδηση και η αυτοσυναίσθηση του ανθρώπου, ο οποίος είτε δεν έχει βρει τον εαυτό του, είτε τον έχει χασει […] Είναι η φαντασιακή πραγμάτωση ουσίας του ανθρώπου, γιατί η ουσία του ανθρώπου δεν αποκτά πραγματική υπόσταση […] Η θρησκευτική αθλιότητα είναι η έκφραση της πραγματικής αθλιότητας και ταυτόχρονα η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική αθλιότητα. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα των συνθηκών που τους λείπει το πνεύμα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λάου.» [μετάφραση από τα γερμανικά δική μου].

Ποια είναι όμως αυτή η ουσία του ανθρώπου; Ποιος είναι ο εαυτός του ανθρώπου;

Κατά τη γνώμη μου, το σώμα και το πνεύμα του ανθρώπου είναι έτσι εξελιγμένα ώστε το κάθε άτομο να μπορεί προσφέρει τα μέσα ζωής όχι στον εαυτό του, αλλά στους άλλους. Η ουσία του ανθρώπου είναι να προσφέρει άμεσα υπηρεσία στον άλλο. Να δουλεύει για τον άλλο. Η ουσία του ανθρώπου θα αποκτήσει πραγματική υπόσταση -πάντα κατά τη γνώμη μου- όταν ο καθένας θα απολαμβάνει να προσφέρει άμεσα υπηρεσία -στην ουσία «ξεγύμνωμα»- στους άλλους και στην κοινωνία, και θα απολαμβάνει να του προσφέρουν άμεσα υπηρεσία. Όπως κάνουμε στα παιδιά μας και στους αγαπημένους μας.

Αυτό συμβαίνει και σήμερα, αλλά συμβαίνει έμεσα και διαμεσολαβημένα. Προσφέρουμε στους άλλους έμμεσα, χωρίς η προσφορά στους άλλους να είναι ο σκοπός μας. Σκοπός μας είναι η προσφορά στον εαυτό μας, και για να το πετύχουμε, πρέπει να ανταλλάξουμε την εργασία μας με τα μέσα επιβίωσής μας. Η άμεση προσφορά στον άλλον και στην κοινωνία, και η άμεση αποδοχή της προσφοράς των άλλων, μία ανθρώπινη σχέση γεμάτη νόημα και πνεύμα (πες το και αγάπη), εκφυλίζεται σε μία σχέση ανταλλαγής που στερείται πνεύματος. Η ανθρώπινη ουσία έχει χαθεί από τις πραγματικές σχέσεις και μετακομίζει στον κόσμο του φαντασιακού.

Μαζί της πρέπει να μετακομίσει και ο θάνατος. Πρέπει να απωθηθεί, καθώς, από τη στιγμή που στη ζωή δεν βρισκόμαστε σε αρμονία με τον εαυτό μας, δεν αντέχουμε στην ιδέα να πεθάνουμε. Εφόσον δεν ζούμε, δεν θέλουμε και να πεθάνουμε.

Ακόμη και αν ζήσουμε τη σχέση μας με τα αγαπημένα πρόσωπα όπως βγαίνει από το παιχνιδάκι που κάναμε στην αρχή, η ουσία δεν αλλάζει – γίνεται όμως μία καλή αρχή. Η ουσία αλλάζει όταν θα μπορούμε ελεύθερα να προσεγγίζουμε με όρους «ξεγυμνώματος» όλους τους ανθρώπους, αλλά και τη φύση. Όταν προσφέρουμε στους άλλους και στο περιβάλλον μας -και γινόμαστε πρόθυμοι αποδέκτες της προσφοράς του άλλου και της φύσης- γιατί αυτό μας δίνει πλήρωση και όχι καταναγκαστικά, για να πάρουμε λεφτά.

Όταν -συγχωρέστεμε που γίνομαι πεζός και ξύλινος- αντικαταστήσουμε τις ανταλλακτικές εμπορευματικές σχέσεις στην παραγωγή (τον καπιταλισμό δηλαδή), με την αρχή της άμεσης προσφοράς στον άλλο και στη φύση.

ψηφιακά τραγούδια και βιβλία

Λύθηκε τελικά το μυστήριο – τουλάχιστον για ‘μένα αποτελούσε μυστήριο. Οι δίσκοι βινυλίου πράγματι ακούγονται καλύτερα από τα cd. Όχι επειδή ο αναλογικός ήχος είναι καλύτερος από τον ψηφιακό. Έτσι και αλλιώς, και τα τραγούδια που «τυπώνονται» σε βινύλια ψηφιακά έχουν ηχογραφηθεί. Ο λόγος που ακούγονται καλύτερα είναι ότι στο cd η μουσική κωδικοποιείται σε 16bit/41khz ενώ κατά κανόνα ηχογραφείται σε ανώτερη ποιότητα (24bit και φτάνει μέχρι 192khz – μη με ρωτήσετε τι είναι αυτά τα νούμερα, απλώς όσο μεγαλύτερα τα νούμερα, τόσο καλύτερη η ποιότητα ήχου). Στο βινύλιο αντίθετα τυπώνεται η μουσική στην ποιότητα που ηχογραφήθηκε. Να λοιπόν γιατί ακούγεται καλύτερα και γιατί οι audiophiles δεν είναι και τόσο παλαβοί.

Μόνο που τώρα άρχισαν να ξεπηδάνε ιστοσελίδες που πουλάνε τους δίσκους σε ψηφιακή μορφή και στην ποιότητα της ηχογράφησης. Κατεβάζεις τα αρχεία σε ποιότητα ηχογράφησης (μπροστά τους το cd μοιάζει με κασέτα της δεκαετίας του ’80) και μαζί κατεβάζεις και ηλεκτρονικά βιβλιαράκια που μπορεί να περιέχουν ό,τι μπορείς να φανταστείς. Στη συνέχεια έχεις επιλογές. Τα παίζεις στον υπολογιστή ή σε κάποιο media player που συνδέεις στο στερεοφωνικό σου στη θέση του cd player. Απομένει οι high-end κατασκευαστές να φτιάξουν κορυφαίας ποιότητας media players και… αντίο βινύλια, αντίο cd. Να δω τους παλαβούς audiophiles να ξεφορτώνονται τα πικάπ τους και τους δίσκους τους, όταν το αυτί τους αντιληφθεί ότι τα εκλεπτυσμένα αδερφάκια των mp3 ακούγονται καλύτερα, και τι στον κόσμο!

Το ίδιο, φυσικά, θα συμβεί αργά ή γρήγορα και με τα βιβλία. Σε μια δεκαετία το πολύ, οι e-book readers και τα tablets θα τελοιοποιηθούν. Σημαντικές επαναστάσεις αναμένονται τα επόμενα χρόνια στην τεχνολογία των οθονών. Τα βιβλία θα δείχνουν καλύτερα, θα διαβάζονται πιο ξεκούραστα, οι συσκευές θα επιτρέπουν μεγαλύτερη παρέμβαση του αναγνώστη στο βιβλίο, και φυσικά το διαβασμα θα γίνει πιο «κοινωνικό» με την διαδικτυακή έννοια του όρου. Άρα τα βιβλία θα κυκλοφορούν περισσότερο, πολύ περισσότερο, οι συγγραφείς επίσης θα γίνουν πολύ περισσότεροι και η κοινωνικότητα μέσω διαδικτύου θα σκεί μεγαλύτερο έλεγχο στο τι εκδίδεται. Τα ψηφιακά βιβλία θα μας οδηγήσουν σε μια νέα εποχή διαβάσματος και γραψίματος, με το διάβασμα να αυξάνεται κατακόρυφα – η ποιότητα είναι άλλο θέμα. Η ποσότητα πάντως θα αυξηθεί σίγουρα αλματωδώς. Κατά τη γνώμη θα αλλάξει και θα θα ανέβει και η ποιότητα.

Για πολλούς φανατικούς αναγνώστες, βέβαια, είναι αδιανότητο να διαχωριστεί η διαδικασία του διαβάσματος από το τυπωμένο σε χαρτί βιβλίο. Από το εξώφυλλο, ως και τη μυρωδιά, όλα τα στοιχεία του χάρτινου βιβλίου βάζουν τον αναγνώστη στο κλίμα και τον κόσμο του κειμένου, σε βαθμό που να θεωρούν κάποιοι αδιαχώριστο το ένα από το άλλο. Προσωπικά η μυρωδιά ενός βιβλίου μου φαινόταν πάντα δυσάρεστη. Από το παλιό βιβλίο που επί της ουσίας μυρίζει σκόνη και ενδεχομένως κάποιους μύκητες, μέχρι το φρεσκοαγορασμένο που  μυρίζει μελάνι και πολλές φορές πλαστικό.

Η Μαρία Μοντεσόρι -δες προηγούμενα ποστ- όμως μου παρείχε την εξήγηση και για το μυστήριο της μυρωδιάς του βιβλίου. Η Μοντεσόρι λοιπόν λέει ότι το μυαλό του νηπίου έως 6 ετών είναι αφομοιωτικό. Αφομοιώνει ήχους, αρώματα, εικόνες, καταστάσεις πραγμάτων, υφές και ύφος… τα πάντα. Μέχρι τα 18 μου είχα την ατυχία να μην έχω καμία επαφή με το διάβασμα – εξαιρείται το σχολείο. Οι αναγνώστες όμως που είχαν την τύχη να έρθουν σε επαφή με το βιβλίο από νήπια, είναι απολύτως φυσικό να συνδέουν τη διαδικασία του διαβάσματος με την υφή και τη μυρωδιά του βιβλίου. Το διάβασμα για αυτούς είναι μια εμπειρία που εγώ δυστυχώς ποτέ δεν θα γευτώ. Μπορώ να απολαύσω τη μυρωδιά ενός λουλουδιού που με πάει πίσω στην ομορφιά της νηπιακής ηλικίας και στη γειτονιά του πατρικού μου σπιτιού, αλλά το διάβασμα ποτέ δεν θα μου προσφέρει μια τέτοια μεταφορά. Το διάβασμα για κάποιους ανθρώπους δεν είναι μόνο ένα ταξίδι στον κόσμο του κειμένου, αλλά και ένα ταξίδι στην νηπιακή αμεσότητα. Και αυτά τα δύο ταυτόχρονα. Σας ζηλεύω, παιδιά.

Τέλος πάντων, το θέμα είναι άλλο: το χάρτινο βιβλίο δεν είναι ανώτερο από το ψηφιακό. Έχει όμως μια βαθιά συναισθηματική αξία προσωπικά για πολλούς ανθρώπους. Αντίθετα, το ψηφικαό βιβλίο είναι ανώτερο από το τυπωμένο. Σε μερικά χρόνια όλοι οι αναγνώστες, και οι παραδοσιακοί, θα διαβάζουν ηλεκτρονικά βιβλία, γιατι οι συσκευές ανάγνωσης θα προσφέρουν καλύτερη ποιότητα ανάγνωσης και διαφορετική, πλουσιότερη αναγνωστική εμπειρία γενικότερα, άλλες δυνατότητες συλλογής, κοινής χρήσης βιλίων και δημόσιας συζήτησής τους, καθώς και άλλα χαρακτηριστικά που τώρα δύσκολα μπορούμε να μαντέψουμε.

Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας επανάστασης στο βιβλίο που θα μαζικοποιήσει πολύ περισσότερο το διάβασμα, το γράψιμο και τη συζήτηση των βιβλίων.

πρώτα να σωθούμε…

Ο φίλος του Γιώργου, μιλούσε για τη δουλειά του. Ότι τους μίλησε ο προϊστάμενός του στο υπουργείο Χ. Τους είπε ότι προτεραιότητα είναι να σωθεί η Ελλάδα, να περάσουμε το επόμενο τρίμηνο. Και ως τότε, δεν θα δικαιολογήσει κανείς να μη δουλέψει με όλες του τις δυνάμεις στο υπουργείο. Δεν θα δικαιολογήσει κανείς να μην κάνει στην άκρη για την ώρα τις όποιες οικονομικές και εργασιακές προσδοκίες, τις γκρίνιες και τις αντιδράσεις για τις μειώσεις και τις ενδεχόμενες απολύσεις. «Πρώτα να σωθούμε και μετά όλα τα άλλα», είπε χαρακτηριστικά ο προϊστάμενος του υπουργείου Χ.

«Δεν τον πιστεύω», είπε ο Γιώργος.

«Έχει ολοφάνερα δίκιο. Αυτή τη στιγμή προέχει όλοι να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σωθεί η χώρα και μετά συζητάμε τα υπόλοιπα. Είναι λογικό!», απάντησε ο Γιώργος, αν και απογοητευμένος από αυτή του τη διαπίστωση.

«Ο προϊστάμενός σου ζει καλά, έτσι δεν είναι;» Ρώτησε ο Γιώργος. «Δεν του λείπουν τα λεφτά, ντύνεται ωραία και είναι περιποιημένος, έχει μια καλή δουλειά…».

«Υποθέτω», απάντησε ο φίλος.

«Αν ο προϊστάμενός σου ήταν ένας από τους φτωχούς, τους απολυμένους ή απλήρωτους εξαιτίας της κρίσης, και δεν είχε ελπίδα να ξαναβρει δουλειά και λεφτά παρά μόνο αν βγούμε από την κρίση, τότε ναι! Θα τον πίστευα ότι κάνει ό,τι μπορεί για να σωθούμε».

αφομοιωτικός και λογικός νους

Πρόχειρες σκέψεις από την πορεία ανάγνωσης του βιβλίου της Maria Montessori «Ο Αφομοιωτικός Νους» (The Absorbent Mind).

Στα ελληνικά έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις «Γλάρος» με τον -λανθασμένο κατά τη γνώμη μου- τίτλο «Ο Δεκτικός Νους».

Η Μ. ισχυρίζεται ότι το μυαλό του παιδιού είναι διαφορετικό από του ενήλικα. Ενώ ο ενήλικας αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με τη λογική, το παιδί αφομοιώνει την πραγματικότητα στο ίδιο του το είναι ως βίωμα. Το περιβάλλον -εικόνες, ήχοι, συνήθειες, ρουτίνες, φόβοι, απολαύσεις, προσανατολισμός στη ζωή- ασκεί στο παιδί πολύ βαθιά επίδραση, αφού ουσιαστικά -αν καταλαβαίνω καλά τι διαβάζω- αποτελεί το υλικό με το οποίο το παιδί οικοδομεί τον ενήλικα. Έτσι, ενώ ο ενήλικας μπορεί με τη λογική ακόμη και να απορρίψει πεποιθήσεις και τα συναισθήματα που κληρονόμησε από την παιδική του ηλικία, είναι αδύνατον να τα ξεριζώσει ολοκληρωτικά. Είναι καταδικασμένος σε ένα βαθμό να ζει με αυτα – φρίκη!

Το γεγονός αυτό, αν ευσταθεί, προκαλεί κάποια αδιέξοδα. Σημαίνει κατ’ αρχάς ότι οι γονείς αναπαράγουν το οικογενειακό τους οικοδόμημα. Το παιδί δεν μπορεί να ξεφύγει από τις αρχές της οικογένειας -ή όποιου περιβάλλοντος- στην οποία μεγάλωσε. Συνεπώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, η εποχή του καπιταλισμού είναι εποχή αλλαγών, όχι απλώς από γενιά σε γενιά, αλλά ακόμη και στο χρονικό όριο της ίδιας γενιάς. Το αδιέξοδο αυτό δημιούργησε την ανάγκη του σχολείου. Το παιδί αφομοιώνει τα στοιχεία της οικογένειας ή/και της κοινότητας, αλλά μέσω του σχολείου αφομοιώνει και την εποχή του και την ευρύτερη κοινωνία στην οποία θα ζήσει.

Το ζήτημα της προσαρμογής δεν είναι όμως το μόνο αδιέξοδο. Ακόμη μεγαλύτερο αδιέξοδο είναι το γεγονός ότι, αν ευσταθεί η μοντεσοριανή θεωρία, ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει. Μπορεί να προσαρμόζεται σε μια κάπως αυτόματη αλλαγή, αλλά δεν μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο ριζικά και συνειδητά γιατί μένει δέσμιος των βιωμάτων του. Από τη μία η οικογένεια είναι δημιούργημα των γονιών, από την άλλη το σχολείο είναι δημιούργημα των ισχυρών, που δεν έχουν λόγο να φυτέψουν στο μυαλό των παιδιών την ιδέα της ανατροπής ενός κόσμου που τους βολεύει -τους ισχυρούς- μια χαρά, αφού σε αυτόν, όσο σάπιος και αν είναι, είναι… οι ισχυροί. Οπότε, αδιέξοδο. Οι άνθρωποι μεγαλώνουν και διαμορφώνονται σε ένα σάπιο κόσμο τον οποίο είναι καταδικασμένοι να αναπαράγουν!

Σε άλλο σημείο του βιβλίου η Μοντεσόρι αναφέρεται σε ένα άλλο χαρακτηριστικό, αυτή τη φορά των γονιών. Οι γονείς, ισχυρίζεται, θυσιάζουν για χάρη των παιδιών τους μεγάλο μέρος των συνηθειών που κάποτε τους προσέφεραν ικανοποίηση, και μάλιστα χωρίς να αντιλαμβάνονται αυτή την πρακτική τους ως θυσία, αλλά αντίθετα βιώνοντάς την ως ευτυχία. Το εύρος και το βάθος αυτής της θυσίας μπορεί να είναι ανεξάντλητο.

Εδώ ίσως μπορεί να βρεθεί και η λύση του αδιεξόδου. Οι ενήλικες έχουν την ικανότητα της λογικής. Ίσως να μη μπορούν να ξεριζώσουν τα βιώματά τους, αλλά μπορούν ενδεχομένως να συλλάβουν ότι αυτός ο κόσμος είναι νοσηρός. Με τη δύμανη του γενετήσιου ενστίκτου τους, μπορούν να αλλάξουν αυτόν τον κόσμο, να θυσιάσουν έναν κόσμο που αποτελεί μέρος του είναι τους, και να φτιάξουν έναν κόσμο στον οποίο ενδεχομένως θα αισθάνονται ξένοι, αλλά θα θεωρούν ότι θα είναι καλύτερος για τα παιδιά τους, και μάλιστα βιώνοντας αυτή τη θυσία ως… ευτυχία. Συγκλονιστικό!

Να μια νέα διάσταση στην αποστολή του γονιού!