Ο Κόσμος Ανάποδα

Από κάπου πρέπει να ξεκινάς κάθε φορά. Τουλάχιστον έτσι λειτουργεί με ‘μένα. Ήθελα να ανοίξω blog εδώ και πάνω από ένα χρόνο. Τι πιο φυσικό από το να βρω ένα πετυχημένο blog και να μάθω πώς λειτουργεί το πράγμα; Αφού «ωρίμασαν οι συνθήκες» και ξεπεράστηκαν τα τεχνικά εμπόδια, googlαρα «ψιλικατζού» [ήταν σε ένα ένθετο εφημερίδας ανάμεσα στα πιο γνωστά blogs και μου είχε μείνει] και ξεκίνησα τη μελέτη.

Για να πω την αλήθεια, δεν περίμενα και τίποτα της προκοπής. Περίμενα κανένα κωλόπαιδο με μπόλικο θράσος και ελάχιστο μυαλό, να πλασάρει ως σούπερ άποψη κοινότοπες κουταμάρες, «δήθεν», με το είσαστε-όλοι-μαλάκες ύφος της μόδας, σερβιρισμένες με μπόλικη αθυροστομία. Βλέπετε, τέτοια και χειρότερα έχουν σήμερα πέραση.

Ήταν 9 Φλεβάρη και πάνω-πάνω ήταν το «Κονσικουενσιζ». Έπεσα έξω και ξαφνιάστηκα ευχάριστα από τη γλώσσα. Λογοτεχνική 100% και απολαυστική. Ναι, εντάξει, είναι αθυρόστομη, αλλά δεν σε πιέζει, δεν σε προσβάλλει, ίσα-ίσα. Το post είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να υποστηρίζει μεν την άποψή του, αλλά χωρίς τη γνωστή λέτε-όλοι-μαλακίες υπεροψία του Έλληνα. Η x-ψιλικατζού λέει τη γνώμη της, ως μία γνώμη που δεν έχει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τις γνώμες των άλλων. Αυτά μου φτάνουνε. Είναι πιο σημαντικά από την ίδια την άποψη, γιατί ευνοούν τη συζήτηση (56 απαντήσεις έχει το συγκεκριμένο post). Άφησα, λοιπόν, δύο απαντήσεις. Μία τεράστια με την αποψάρα μου -διότι είχα και διαφωνία- και μία που τη λέει σε έναν τύπο που την έλεγε με προσβλητικό τόνο στην x-ψιλικατζού, χωρίς να πέσει στο επίπεδό μας να πει και αυτός την γνώμη του επί του θέματος.

Σερφάρισα λίγο στο blog, κυρίως στα links, για να βρω και άλλους bloggers και να μάθω το σπορ. Είδα και το βιβλίο, αλλά δεν έδωσα σημασία στην αρχή. Το πέρασα έτσι. Την προηγούμενη εβδομάδα το πήρα και το ρούφηξα σε δύο δόσεις.

Το θέμα του «κρυφού ημερολογίου» είναι συγκλονιστικό και τυχαίνει να πέφτει κοντά σε έναν δικό μου προβληματισμό αυτόν τον καιρό, για τον οποίο θα ακολουθήσει σύντομα post. [Συγκεκριμένα, σκοπεύω να τα βάλω με τις μαμάδες. Θα προσπαθήσω να υποστηρίξω ότι η μητρότητα, τελικά, δεν είναι τόσο ανιδιοτελής και αθώα όσο πιστεύουμε και να ξεμπροστιάσω κάποιες μαμάδες (και μπαμπάδες) που σε κοιτάζουν σαν κουράδα όταν είσαι πάνω από 30 και δεν έχεις παιδιά, για οποιονδήποτε λόγο. Ε, ρε γλέντια!].

Δεν θα αναφερθώ επί της ουσίας στην προσπάθεια της Κωνσταντίνας και του Τάσου να κάνουν παιδί. Αυτό που ξέρω εγώ σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι όταν συναντάς ανθρώπους να «συνωμοτούν εναντίον ολόκληρου του σύμπαντος» για το απλό, αυτονόητο «δικαίωμα στο όνειρο», κάτσε στη γωνιά σου, άκου και σώπα. Μπορεί κάτι να μάθεις. Να τους καταλάβεις, να τους νοιώσεις και τα ρέστα, ξέχνα το, εκτός και αν είσαι πολύ κολλητός, και πάλι δύσκολο. ΑΝ σου ζητήσουν τη γνώμη σου, μίλα ήσυχα, λίγο, και άκου περισσότερο. Πάλι μπορεί κάτι να μάθεις. Πες και μια συγγνώμη μόλις τελειώσεις, γιατί κάποια μαλακία θα ‘χεις πει, εκτός και έχεις βρεθεί στην ίδια ακριβώς θέση (και εννοώ και οικονομικά, πολιτισμικά κ.λπ.).

Θα εστιάσω, λοιπόν, στα post από blog, τα οποία ίσως να υποτιμούνται στο βιβλίο και είναι πραγματικός θησαυρός. Ίσως πιο σπουδαία από την ιστορία του «κρυφού» ημερολογίου, κατά τη γνώμη μου, πάντα. Τα περισσότερα από τα post έχουν ουσία και ζουμί, και μάλιστα ανατρεπτικό. Είναι χαρισματικά από όλες τις απόψεις. Θα μπορούσα να αναλύσω το κάθε ένα ξεχωριστά, αλλά θα προσπαθήσω να βγάλω αυτό που, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί το ζουμί του βιβλίου: Η Κωνσταντίνα Δελημήτρου γυρίζει τον κόσμο ανάποδα (πιο σύντομα δεν μπορούσα να το διατυπώσω).

Όλα τα στοιχεία της «πραγματικής» πραγματικότητας είναι εκεί. Οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια κτήρια, οι ίδιο άνθρωποι, τα ίδια γεγονότα, οι ίδιοι πρωταγωνιστές. Όλα είναι εκεί και όλα είναι τα ίδια. Με μια ουσιαστική διαφορά. Το δίκιο αλλάζει στρατόπεδο. Στον κόσμο της Ψιλικατζούς, η γλώσσα της συγγραφέως και η πολιτεία της ηρωίδας φέρνουν τα πάνω κάτω. Στη μάχη του μετανάστη με τον ρατσιστή Έλληνα ή τον γραφειοκράτη, δίκιο έχει ο μετανάστης. Στη μάχη των παιδιών με τον συντηρητισμό και τον πουριτανισμό, νικάνε τα παιδιά. Στη μάχη του μαύρου που πουλάει μαύρα cd με τον μπάτσο, νικάει ο μαύρος. Στη ζωή των ενηλίκων μπαίνει το παιχνίδι και στη ζωή των «μικρών» η σοβαρότητα. Μη φανταστείτε, δεν αλλάζουν τα γεγονότα, αυτά μένουν τα ίδια. Οι προαναφερόμενοι εκμεταλλευόμενοι και καταπιεσμένοι παραμένουν εκμεταλλευόμενοι και καταπιεσμένοι. Όμως, βρίσκουν το δίκιο τους – έστω, αυτό το κωλοδίκιο είναι πάρα πολύ σπουδαίο. Στο βιβλίο της Δελημήτρου, ο πραγματικός κόσμος είναι ένας παράλογος κόσμος. Ένας κόσμος που βασίζεται σε σαθρά, παράλογα και εξοργιστικά ιδεολογήματα. Ένας κόσμος που οφείλει να αλλάξει. Να, για παράδειγμα, πώς βλέπει η ηρωίδα ψιλικατζού τον «βαρύ» πολιτισμό μας, στο πρόσωπο μιας μετανάστριας εργαζόμενης που την έχουν ξεπατώσει στο ΙΚΑ για να πάρει άδεια παραμονής: «Θα τη στείλουμε και σχολείο, λένε, για να πάρει άδεια παραμονής. Για εκατό ολόκληρες ώρες θα ξεκουραστεί από τις σκάλες που πλένει και θα μάθει ελληνικά. Και είναι χρήσιμο αυτό, γιατί οι σκάλες που πλένει είναι ελληνικές και πρέπει να μάθει να τις πλένει ελληνικά. Αν τα καταφέρει, θα τη μορφώσουμε κιόλας. Για τριάντα ώρες θα τη διδάξουμε ελληνική ιστορία και πολιτισμό. Και είναι καλό αυτό, διότι θα καταλάβει γιατί οι σιχαμένες στο ΙΚΑ έχουν τέτοια πολιτισμένη συμπεριφορά. Γιατί θα πρέπει να μάθει από πού πηγάζουν οι τρόποι μας και ότι οι λαοί με τέτοιο πολιτισμό και ιστορία απαιτούν περισσότερο σεβασμό».

Η λογοτεχνία δεν μπορεί να κάνει επανάσταση. Μπορεί, όμως, να κάνει διαφωτισμό. Να αναδείξει το παράλογο, το λάθος, το σάπιο, έτσι ώστε η πραγματική αλλαγή να γίνει στην πραγματική πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς κάνει, κατά τη γνώμη μου, η Δελημήτρου.

Κεντρική έννοια, η «πόνεση». Αναρωτιέται η ψιλικατζού για τους παππούδες της που τους θεωρεί ερωτευμένους:
«Είχα ρωτήσει τη μαμά πώς γίνεται δύο γέροι να είναι ερωτευμένοι. Μου είπε ότι δεν είναι έρωτας. Ούτε αγάπη. Μου είπε ότι αν είμαι τυχερή μετά από πολλά χρόνια θα το νιώσω και εγώ.
» Είναι, λέει, πόνεση».

Η ψιλικατζού ίσως και να την έχει νιώσει την πόνεση με τον άντρα της, λόγω της επίπονης «συνωμοσίας τους εναντίον του σύμπαντος» για να κάνουν παιδί. Η βαθιά ανθρωπιά που προκύπτει από ανθρώπους τέτοιας συναισθηματικής ωριμότητας, η πόνεση, γίνεται το μοναδικό μέτρο για την αντιμετώπιση των ανθρώπων από την ψιλικατζού. Όποιος παραβιάζει τους κανόνες της οικουμενικής ανθρωπιάς, η οποία δεν ξεχωρίζει θρησκείες, χρώματα, εθνικότητες, ηλικίες, μπαίνει στη μαύρη λίστα. Η ψιλικατζού αντιμετωπίζει όλους τους ανθρώπους ίσα, όπως τον εαυτό της. Έχουν ανάγκες, επιθυμίες, όνειρα, πόνο. Αυτό και μόνο φτάνει για να κερδίσεις τον σεβασμό της ψιλικατζούς. Με αυτούς που έχουν πόνο, φαίνεται να αισθάνεται μεγαλύτερο δέσιμο ή να νοιώθει την ανάγκη να τους υπερασπιστεί απέναντι στην αδικία: «Αυτό είναι το πρόβλημα της γειτονιάς μου […] ο τρόπος που καπνίζουμε τα τσιγάρα. Που προσπαθούμε να τα ρουφήξουμε μέχρι τέλους, μέχρι την ύστατη ρουφηξιά καρκίνου, μην πάει χαμένη σαν κι εμάς».

Η αντιμετώπισή της προς τα παιδιά είναι επίσης βαθιά ανατρεπτική. Δεν τα αντιμετωπίζει στο ελάχιστο υποδεέστερα από τους ενήλικες. Είναι και αυτά άνθρωποι, με τις ανάγκες και τα όνειρά τους, που η ψιλικατζού τα αντιμετωπίζει το ίδιο σοβαρά με των ενηλίκων ή τα δικά της. Σε μια κοινωνία όπου όλοι εκτός από τους παραγωγικούς (εργασιακά και αναπαραγωγικά) ενήλικες αντιμετωπίζονται ως έρμα, στον κόσμο της ψιλικατζούς έχουν όλοι την ίδια αξία, το ίδιο δικαίωμα στη ζωή – μια προσέγγιση που, κατά τη γνώμη μου, υπερβαίνει τα στενό καπιταλιστικό πλαίσιο.

Εκεί όμως που την «προσκυνώ» είναι όταν κάνει σμπαράλια τις μυστικιστικές μπαρούφες του Κοέλο, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα (δε φαντάζεστε πόσο μου την είχε σπάσει η εποχή που ο κόσμος είχε γενίσει «πολεμιστές του φωτός» με τον «Αλχημιστή» στο χέρι). «Αν θέλεις, λέει να πετύχεις κάτι πάρα πολύ, πρέπει να συνωμοτήσεις εναντίον ολόκληρου του σύμπαντος για να το πετύχεις». Η πιο αληθινή θεωρία συνωμοσίας που έχω διαβάσει. Βασικά δεν λέει κάτι διαφορετικό από το γνωστό ρητό του Κοέλο «όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να το πετύχεις». Αλλά το λέει από την σωστή, άγρια, πραγματική του πλευρά και το κατακεραυνώνει. Ο Κοέλο σου λέει πως είναι «υπεργαμάτο» (ο νεολογισμός είναι της Δελημήτρου) να παλεύεις σαν μαλάκας για να πετύχεις αυτό που θες (και σου πουλάει όνειρα ότι έτσι, με την «υπερθέληση», θα γίνεις κυρίαρχος του κόσμου). Η Δελημήτρου σου λέει ότι είναι βαθιά άδικο και απάνθρωπο και να περνάς έναν μικρό θάνατο κάθε φορά που χρειάζεται να πετύχεις αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο για κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Ο πρώτος εξωραΐζει την απανθρωπιά. Προσπαθεί να προσδώσει γοητεία στη σύγχρονη βαρβαρότητα. Η δεύτερη αποκαλύπτει με βαθιά πίκρα και οργή το βάρβαρο πρόσωπό της.

Εχθές άνοιξα το blog της Κωνσταντίνας, όπως κάθε πρωί με αγωνία από τις 9 Φλεβάρη, και διάβασα ότι σταματάει το x-psiliaktzidiko, σε ένα λίγο πικρό post, με το γνωστό χιούμορ και την όμορφη αθυροστομία της.

Έκλεισε ένα όμορφο blog (ευτυχώς που μόλις πρόσφατα το ανακάλυψα, οπότε έχω υλικό για μελέτη μέχρι να μου λείψει). Η Κωνσταντίνα, μάλλον δεν μπορούσε πλέον «να είναι ό,τι θέλει να είναι», γράφοντας επώνυμα. «Έτσι, απ’τη στιγμή που δεν μπορώ να πω σχεδόν τίποτε απ’όσα θέλω, […], αποφάσισα ότι δεν κάνω την γκάβλα μου πια», λέει. Της εύχομαι, λοιπόν, να είναι ό,τι θέλει να είναι και να κάνει την γκάβλα της. [Τι μαλακίες ανωτερότητες είναι αυτά! Να συνεχίσει το blogging!]

Advertisements

8 thoughts on “Ο Κόσμος Ανάποδα

  1. Ευχαριστώ πολύ. Παρόλο που με έκανες να κλαίω μέσα στο γραφείο, είναι μεγάλη ανακούφιση αυτό το κείμενο. Και μάλιστα από έναν άγνωστο άνθρωπο.
    Είναι πολύ περίεργο να διαβάζω όλα αυτά, έχοντας παρατήσει το γράψιμο στο blog μου αλλά μου ενίσχυσες την απόφασή μου να τα παρατήσω. Όλα αυτά που σου άρεσαν στις απόψεις και την γραφή μου είναι όσα μου δημιούργησαν στην πορεία αυτολογοκρισία και αμέτρητες απολογίες στον μικρόκοσμό μου. Δυστυχώς, έτσι είναι. Ή γράφεις με ψευδώνυμο και τα γράφεις όλα ή γράφεις επώνυμα και γράφεις όσα επιτρέπεται. Όταν αποφάσισα να κοινοποιήσω το όνομά μου, το ήξερα το κόστος απ΄την αρχή, αλλά νόμιζα πως θα έδινα περισσότερο βάρος στις απόψεις μου και πως μπορούσα να το αντέξω.
    Παρόλα αυτά, δεν τα παρατώ εντελώς όπως βλέπεις. Εδώ είμαι, διαβάζω, σχολιάζω και σε κάθε ευκαιρία εξυμνώ αυτό το υπέροχο μέσο που μου επίτρεψε να γράψω όσα με έκαιγαν, που μου γνώρισε τόσο φοβερούς ανθρώπους όπως εσύ και μου έμαθε τόσα πολλά.

    Ειλικρινά δεν έχω άλλα λόγια για να καταλάβεις πόσο πολύ με άγγιξαν όσα έγραψες. Να ‘σαι πάντα καλά.

    :’)

  2. TΩΡΑ αξίζει να κάνεις πάρτυ Στέλιο…
    Ήμουν σίγουρος ότι θα μιλούσες στην ψυχούλα της και στην έστειλα…

    Ρε Κωνσταντίνα αντί να χαλιόμαστε ωλ τουγκέδερ γιατί δε το ξαναπιάνεις το ρημάδι (τουλάχιστον ελπίζω να μάς ενημερώσεις όταν με το καλό το αποφασίσεις) Κάντο ανώνυμα άν και όσοι σε διαβάσαμε θα καρφώνεσαι απο χιλιόμετρα.

    Σόρρυ Στέλιος αλλά συνόδευα την κυρία…

  3. «…αλλά μου ενίσχυσες την απόφασή μου να τα παρατήσω».

    Καλά, θες να με κυνηγήσει ολόκληρη η μπλογκόσφαιρα; Θες ο «Κύριος» – που μου έκανε και γαμώ τα ποδαρικά στα σχόλια, αφού αμέσως μετά ήρθες εσύ – να με βάλει στη μαύρη λίστα; Ή να μου την πέσει ο Αλουφάνιος με σύνθημα «Δεν θέλω τέτοιους φίλους» και να με κάνει ρόμπα σαν τον Κουρή;

    Τώρα, σοβαρά, με «ευχαριστώ», «παρακαλώ» και τέτοια δεν τα πάω καλά, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά και εγώ ακόμη περισσότερο δεν θα ξέρω τι να πω «για να καταλάβεις πόσο με άγγιξαν όσα έγραψες» και θα μείνω με το ανικανοποίητο. Οπότε άστα.

    Από την άλλη, πρώτη φορά νιώθω αυτό. Είναι, που λες, παράξενο συναίσθημα να συνομιλείς με έναν συγγραφέα που σου άρεσε το βιβλίο του και να συνειδητοποιείς ότι είναι νορμάλ άνθρωπος, και να μπορείς να του πεις: «Ρε συ Ντίνα, τι γαμάτα τον ξεβράκωσες αυτόν τον υπερηλίθιο τον Αλχημιστή!» ή «μια χαρά τους τακτοποίησες τους ρατσιστές» και διάφορα τέτοια. Και από την άλλη να μπορείς να διαφωνήσεις μαζί του, να μαλώσεις κ.λπ. Δεν το ‘χω ξαναζήσει. Να ‘ναι καλά το blogging.

    Λοιπόν, άντε, τα λέμε εδώ γύρω. Να’ σαι ό,τι θες.

  4. @ Κύριος

    Πού ‘σαι, Κύριος, αυτή με παρεξήγησε. Εγώ, εμμένω στην τελευταία μου φράση, που, όπως εσύ είπες, είναι όλη η ουσία.

    Α, και πού ‘σαι, αξίζει να κάνω πάρτι και μόνο για τις δικές σου επισκέψεις, αλλά ξέρεις να συνοδεύεσαι, ρε μπαγάσα!

  5. Mη το λές αγαπητέ

    Πού να την παρουσιάσω? Τι επαγγέλεστε? Ψιλικατζού …
    Άστα (και μάλιστα …πρώην)
    Μα είναι δυνατόν να προκόψει blog με αυτό το τίτλο, πού πάς κυρία μου την σήμερον με τέτοιο όνομα, επόμενο ήταν…

    Αμ ο άντρας της, ούτε να το αναφέρω δε τολμώ, θα με πάρουνε γιά ανώμαλο…

    Χρειάζονται image maker. Αμφότεροι.Το ταχύτερο. Να τούς το πείτε και εσείς. Για να μή έχουμε και άλλα δράματα.
    Καλό Σ/Κ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s