αφομοιωτικός και λογικός νους

Πρόχειρες σκέψεις από την πορεία ανάγνωσης του βιβλίου της Maria Montessori «Ο Αφομοιωτικός Νους» (The Absorbent Mind).

Στα ελληνικά έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις «Γλάρος» με τον -λανθασμένο κατά τη γνώμη μου- τίτλο «Ο Δεκτικός Νους».

Η Μ. ισχυρίζεται ότι το μυαλό του παιδιού είναι διαφορετικό από του ενήλικα. Ενώ ο ενήλικας αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με τη λογική, το παιδί αφομοιώνει την πραγματικότητα στο ίδιο του το είναι ως βίωμα. Το περιβάλλον -εικόνες, ήχοι, συνήθειες, ρουτίνες, φόβοι, απολαύσεις, προσανατολισμός στη ζωή- ασκεί στο παιδί πολύ βαθιά επίδραση, αφού ουσιαστικά -αν καταλαβαίνω καλά τι διαβάζω- αποτελεί το υλικό με το οποίο το παιδί οικοδομεί τον ενήλικα. Έτσι, ενώ ο ενήλικας μπορεί με τη λογική ακόμη και να απορρίψει πεποιθήσεις και τα συναισθήματα που κληρονόμησε από την παιδική του ηλικία, είναι αδύνατον να τα ξεριζώσει ολοκληρωτικά. Είναι καταδικασμένος σε ένα βαθμό να ζει με αυτα – φρίκη!

Το γεγονός αυτό, αν ευσταθεί, προκαλεί κάποια αδιέξοδα. Σημαίνει κατ’ αρχάς ότι οι γονείς αναπαράγουν το οικογενειακό τους οικοδόμημα. Το παιδί δεν μπορεί να ξεφύγει από τις αρχές της οικογένειας -ή όποιου περιβάλλοντος- στην οποία μεγάλωσε. Συνεπώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, η εποχή του καπιταλισμού είναι εποχή αλλαγών, όχι απλώς από γενιά σε γενιά, αλλά ακόμη και στο χρονικό όριο της ίδιας γενιάς. Το αδιέξοδο αυτό δημιούργησε την ανάγκη του σχολείου. Το παιδί αφομοιώνει τα στοιχεία της οικογένειας ή/και της κοινότητας, αλλά μέσω του σχολείου αφομοιώνει και την εποχή του και την ευρύτερη κοινωνία στην οποία θα ζήσει.

Το ζήτημα της προσαρμογής δεν είναι όμως το μόνο αδιέξοδο. Ακόμη μεγαλύτερο αδιέξοδο είναι το γεγονός ότι, αν ευσταθεί η μοντεσοριανή θεωρία, ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει. Μπορεί να προσαρμόζεται σε μια κάπως αυτόματη αλλαγή, αλλά δεν μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο ριζικά και συνειδητά γιατί μένει δέσμιος των βιωμάτων του. Από τη μία η οικογένεια είναι δημιούργημα των γονιών, από την άλλη το σχολείο είναι δημιούργημα των ισχυρών, που δεν έχουν λόγο να φυτέψουν στο μυαλό των παιδιών την ιδέα της ανατροπής ενός κόσμου που τους βολεύει -τους ισχυρούς- μια χαρά, αφού σε αυτόν, όσο σάπιος και αν είναι, είναι… οι ισχυροί. Οπότε, αδιέξοδο. Οι άνθρωποι μεγαλώνουν και διαμορφώνονται σε ένα σάπιο κόσμο τον οποίο είναι καταδικασμένοι να αναπαράγουν!

Σε άλλο σημείο του βιβλίου η Μοντεσόρι αναφέρεται σε ένα άλλο χαρακτηριστικό, αυτή τη φορά των γονιών. Οι γονείς, ισχυρίζεται, θυσιάζουν για χάρη των παιδιών τους μεγάλο μέρος των συνηθειών που κάποτε τους προσέφεραν ικανοποίηση, και μάλιστα χωρίς να αντιλαμβάνονται αυτή την πρακτική τους ως θυσία, αλλά αντίθετα βιώνοντάς την ως ευτυχία. Το εύρος και το βάθος αυτής της θυσίας μπορεί να είναι ανεξάντλητο.

Εδώ ίσως μπορεί να βρεθεί και η λύση του αδιεξόδου. Οι ενήλικες έχουν την ικανότητα της λογικής. Ίσως να μη μπορούν να ξεριζώσουν τα βιώματά τους, αλλά μπορούν ενδεχομένως να συλλάβουν ότι αυτός ο κόσμος είναι νοσηρός. Με τη δύμανη του γενετήσιου ενστίκτου τους, μπορούν να αλλάξουν αυτόν τον κόσμο, να θυσιάσουν έναν κόσμο που αποτελεί μέρος του είναι τους, και να φτιάξουν έναν κόσμο στον οποίο ενδεχομένως θα αισθάνονται ξένοι, αλλά θα θεωρούν ότι θα είναι καλύτερος για τα παιδιά τους, και μάλιστα βιώνοντας αυτή τη θυσία ως… ευτυχία. Συγκλονιστικό!

Να μια νέα διάσταση στην αποστολή του γονιού!