πρώτα να σωθούμε…

Ο φίλος του Γιώργου, μιλούσε για τη δουλειά του. Ότι τους μίλησε ο προϊστάμενός του στο υπουργείο Χ. Τους είπε ότι προτεραιότητα είναι να σωθεί η Ελλάδα, να περάσουμε το επόμενο τρίμηνο. Και ως τότε, δεν θα δικαιολογήσει κανείς να μη δουλέψει με όλες του τις δυνάμεις στο υπουργείο. Δεν θα δικαιολογήσει κανείς να μην κάνει στην άκρη για την ώρα τις όποιες οικονομικές και εργασιακές προσδοκίες, τις γκρίνιες και τις αντιδράσεις για τις μειώσεις και τις ενδεχόμενες απολύσεις. «Πρώτα να σωθούμε και μετά όλα τα άλλα», είπε χαρακτηριστικά ο προϊστάμενος του υπουργείου Χ.

«Δεν τον πιστεύω», είπε ο Γιώργος.

«Έχει ολοφάνερα δίκιο. Αυτή τη στιγμή προέχει όλοι να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σωθεί η χώρα και μετά συζητάμε τα υπόλοιπα. Είναι λογικό!», απάντησε ο Γιώργος, αν και απογοητευμένος από αυτή του τη διαπίστωση.

«Ο προϊστάμενός σου ζει καλά, έτσι δεν είναι;» Ρώτησε ο Γιώργος. «Δεν του λείπουν τα λεφτά, ντύνεται ωραία και είναι περιποιημένος, έχει μια καλή δουλειά…».

«Υποθέτω», απάντησε ο φίλος.

«Αν ο προϊστάμενός σου ήταν ένας από τους φτωχούς, τους απολυμένους ή απλήρωτους εξαιτίας της κρίσης, και δεν είχε ελπίδα να ξαναβρει δουλειά και λεφτά παρά μόνο αν βγούμε από την κρίση, τότε ναι! Θα τον πίστευα ότι κάνει ό,τι μπορεί για να σωθούμε».

Advertisements

Να τιμωρηθούν όλοι!

Ο Αλέξης Παπαχελάς, στο άρθρο του στη σημερινή «Καθημερινή» (31/12/2010-2/1/2011) με τον απαράδεκτο τίτλο «Ας τιμωρηθούν κάποιοι!» (και όχι όλοι οι ένοχοι) γράφει πολύ βαριά πράγματα. Κάνει λόγο για κλέφτες του δημόσιου χρήματος, αναφερόμενος χαρακτηριστικά σε μια «ειδική κατηγορία προμηθευτών του Δημοσίου, οι οποίοι λεηλάτησαν τη χώρα επί δεκαετίες, έχοντας εξασφαλίσει την ασυλία των πολιτικών και εκατοντάδων κρατικών λειτουργών» συγκεκριμένα σε «προμηθευτές ιατρικού υλικού, μεσάζοντες εξοπλιστικών συστημάτων, εθνικούς προμηθευτές συστημάτων πληροφορικής». Κάνει λόγο επίσης και για μια άλλη «συνομοταξία που πλούτισε παράνομα»  στην οποία ανήκουν «ορισμένοι πολιτικοί και τα συστήματα εξουσίας που ζουν από αυτούς». Θεωρεί, τέλος, «προφανές ότι οι μεγαλύτερες μίζες προήλθαν από μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα». Και όλα αυτά για να καταλήξει:

«Το ελληνικό κράτος δεν χρεοκόπησε μόνο επειδή κάποιοι πολιτικοί ήταν κλέφτες ή επειδή προμηθευτές του Δημοσίου έκαναν το πάρτι του αιώνα για χρόνια. Μια ολόκληρη κοινωνία έκανε τα στραβά μάτια , άλλωστε, σε μεγάλο βαθμό, όσο βολευόταν με διορισμούς και εύκολο χρήμα. Τώρα, όμως, είναι θέμα αρχής αλλά και κάθαρσης να βρεθούν και να τιμωρηθούν ορισμένοι από τους πιο προκλητικούς κλέφτες της τελευταίας εικοσαετίας. Γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να τους κάνουμε και “μάγκες” όταν οι ίδιοι ή τα παιδιά τους θα έρχονται να αγοράσουν “μεγάλες ευκαιρίες” στην πατρίδα μας με τα κλεμμένα λεφτά που θα έχουν διασφαλίσει έως τότε σε ασφαλείς παραδείσους».

Σημειώνω από αυτή την κατακλείδα το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της προπαγάνδας που μας κατακλύζει και δε λείπει σχεδόν από κανένα «έγκυρο» δημοσίευμα: «μια ολόκληρη κοινωνία… βολευόταν με διορισμούς και εύκολο χρήμα» – αν δεν βολευτήκατε με διορισμό (δεν διαχωρίζεται ο διορισμός με ρουσφέτι από τον διορισμό με αδιάβλητα μέσα για την κάλυψη αναγκών) ή εύκολο χρήμα, προφανώς δεν ανήκετε σε αυτήν την κοινωνία, σε κάθε περίπτωση, βεβαίως, θα πληρώσετε.

Και περνάω στο κυρίως συμπέρασμα-κωλοτούμπα, σύμφωνα με το οποίο είναι «θέμα αρχής» να βρεθούν και να τιμωρηθούν «ορισμένοι» και φυσικά όχι όλοι «από τους πιο προκλητικούς» και όχι από τους πιο διακριτικούς «κλέφτες της τελευταίας εικοσαετίας». Να βρεθούν κάποιοι αποδιοπομπαίοι τράγοι για να εκτονωθεί η οργή του λαού ζητάει ο Αλέξης Παπαχελάς, και μάλιστα από άποψη «αρχής»!

Βεβαίως, από τα γραφόμενά του προκύπτει κατά τη γνώμη μας ότι ένοχοι είναι κορυφαίοι πολιτικοί και ολόκληρα κόμματα, εφόσον μιλάει για μεγάλους προμηθευτές του δημοσίου και υποστηρίζει ότι «οι μεγαλύτερες μίζες προήλθαν από μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα». Το κατηγορητήριο θα μπορούσε να συμεριλαμβάνει και πολυεθνικές εταιρίες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά και πολιτικές ηγεσίες άλλων κρατών, εφόσον τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα έχουν συνήθως πίσω τους μεγάλες πολιτικές συμφωνίες που εμπλέκουν κυβερνήσεις. Πρόκειται, δηλαδή για ολόκληρο οικονομικοπολιτικό σύστημα δεκαετιών, το οποίο δεν θα μπορούσε να υφίσταται επί «δεκαετίες» αν, φυσικά, δεν υποστηριζόταν και από μεγάλα συγκροτήματα ΜΜΕ. Αυτό το σύστημα, προφανώς δεν μπορεί να καταδικάσει τον εαυτό του, ούτε και να πολεμηθεί από κραταιά επί δεκαετίες ΜΜΕ που ζητούν την τιμωρία κάποιων αποδιοπομπαίων τράγων. Οι ένοχοι, πολιτικοί υπεύθυνοι και φυσικοί αυτουργοί, μπορούν να βρεθούν, να καταδικαστούν και να επιστρέψουν τον κλεμμένο πλούτο μόνο μέσω της επαναστατική δράσης του λαού, η οποία μου φαίνεται, πλέον αναπόφευκτη.

Κανείς ένοχος ατιμώρητος και καλή μας χρονιά!

η βιομηχανία των τύψεων

Η βιομηχανία των ενοχών που έχει στηθεί από τα ΜΜΕ, σε συμφωνία, πιστεύω, με την κυβέρνηση και την τρόικα, είναι ανήθικη και βρόμικη.

Ούτε λίγο ούτε πολύ προσπαθούν να μας υποβάλουν την ιδέα ότι συμβάλαμε ενεργά στο ξέσπασμα της κρίσης διότι όλα τα προηγούμενα χρόνια της «ανάπτυξης» ζούσαμε με δάνεια και κάρτες ένα επίπεδο ζωής ανώτερο από αυτό που μας επέτρεπε η πραγματική οικονομική μας κατάσταση. Ένα επίπεδο ζωής που χαρακτηρίζεται εμέσως αλλά σαφώς περιττό και σπάταλο.

Είναι τα ίδια ακριβώς ΜΜΕ που τα χρόνια της δήθεν ευημερίας βομβάρδιζαν τον κόσμο με το σπάταλο αυτό lifestyle στο οποίο τώρα αποδίδουν την κύρια ευθύνη της κρίσης. Το πιο βρόμικο, όμως, δεν είναι αυτό. Το πιο βρόμικο είναι ότι αποκρύπτουν πως αυτή ακριβώς η καταναλωτική περίοδος δεν υπήρξε ποτέ περίοδος ευημερίας. Η πλειονότητα του κόσμου ζούσε σε συνθήκες ανέχειας πολύ πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Δεν είναι πολύς καιρός από τότε που μιλούσαμε για τη γενιά των 700 ευρώ, για τους νέους που ζουν με τους γονείς τους μέχρι τα τριάντα και βάλε, για οικογένειες που δεν τα έβγαζαν πέρα.

Η βιομηχανία των τύψεων, στοχεύοντας στο συναίσθημα και όχι στη λογική μας, υπονοεί εμμέσως ότι επειδή αποκτήσαμε ένα κινητό, ένα μηχανάκι, ή πήγαμε 10 μέρες διακοπές το καλοκαίρι ζήσαμε πλούσια. Δεν θα εξετάσω το κατά πόσο όλα αυτά τα αγαθά που βαφτίστηκαν σπατάλες είναι χρήσιμα και αναγκαία στο σημερινό επίπεδο πολιτισμού. Θα σημειώσω μόνο ότι αυτά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν τεκμήρια ευημερίας.

Το βασικό τεκμήριο ευημερίας μιας κοινωνίας, οι ρυθμοί γεννήσεων, έπεφταν δραματικά ακριβώς εκείνη την περίοδο. Με απλά λόγια οι άνθρωποι είχαν μεγάλο πρόβλημα να κάνουν οικογένεια εδώ και δεκαετίες, πολλοί δεν μπορούσαν να κάνουν καθόλου οικογένεια. Σήμερα δε, που η κρίση έχει αυξήσει απότομα τη φτώχεια, η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη. Είναι πάρα πολλά τα ζευγάρια που παγώνουν γάμους και παιδιά, γιατί δεν μπορούν να τα πληρώσουν – δεν μπορούν να πάρουν δάνειο, δηλαδή. Και σίγουρα, αυτό δεν θα άλλαζε ουσιαστικά αν δεν αγοράζαμε κινητά.

Η ειρωνία είναι ότι οι προπαγανδιστές του χρεοκοπημένου εδώ και πολλές δεκαετίες καπιταλισμού χρησιμοποιούν ακριβώς αυτό το επιχείρημα για να αυξήσουν τη μιζέρια του κόσμου: να κόψουν συντάξεις και να αυξήσουν τη δουλειά. Και κανείς από αυτούς δεν είπε ειλικρινά ότι το οικονομικό σύστημα απέτυχε να παράξει ευημερία, ότι ο κόσμος δεν μπορεί κάνει οικογένειες και παιδιά, πράγμα που απαιτεί πολύ περισσότερα χρήματα από αυτά που κέρδιζε ακόμη και ένας σχετικά υψηλόμισθος την περίοδο της «σπατάλης». Η ουσία λοιπόν είναι ότι η ευημερούσα -καπιταλιστική- οικονομική οργάνωση απέτυχε παταγωγδώς να παράξει ευημερία για τον κόσμο – ο καταναλωτισμός είναι τεκμήριο μάλλον της μιζέριας, παρά της ευημερίας. Ασφαλώς, η αποτυχημένη αυτή για την κοινωνία οικονομική οργάνωση παράγει γιγάντιο πλούτο για κάποιους λίγους, οι οποίοι κατέχουν και τα ΜΜΕ… Εσχάτως, όμως, αποτυγχάνει να παράγει κέρδη και για αυτούς. Ολοκληρωτική αποτυχία!

Όχι, λοιπόν, δεν ζήσαμε πλουσιότερα από ό,τι μας επέτρεπε η οικονομική μας κατάσταση. Ζήσαμε πολύ φτωχότερα. Ζούσαμε όλο και φτωχότερα. Και μάλιστα, όχι μόνο εμείς, αλλά και οι Γερμανοί (πρώτοι από όλους οι Γερμανοί), και οι Αμερικανοί, και οι Ιάπωνες, και οι Βρετανοί. Και μάλιστα, ακόμη και αυτή τη μίζερη κατάστασή μας, χρειάζονταν δάνεια και κάρτες για να τη συντηρήσουμε! Σε καμία περίπτωση, λοιπόν, δεν είμαστε συνένοχοι της κρίσης, αλλά μόνο θύματά της, όπως είμασταν και θύματα της ανάπτυξης.

ΥΓ. Το ρυθμό αύξησης των γεννήσεων ως μέτρο της ευημερίας δεν το πρότεινε κάποιος αντικαπιταλιστής, αλλά ο πολύς φιλελεύθερος οικονομολόγος Άνταμ Σμιθ, στο μεγάλο βιβλίο του «Ο Πλούτος των Εθνών». Υπήρξε μια εποχή, βλέπετε, πριν από την τραγική εξέλιξη του καπιταλισμού σε κανιβαλισμό, που οι φιλελεύθεροι ήταν σοβαροί.

υπερπαραγωγή και υπερκατανάλωση

Ας πούμε ότι μαγειρεύεις στο σπίτι σου μπριζόλες για τέσσερα άτομα. Φτιάχνεις από δύο στον καθένα, δηλαδή οχτώ μπριζόλες. Στο τέλος μένουν οι τρεις. Την επόμενη φορά που θα φάτε μπριζόλες αυτός που θα μαγειρέψει θα ψήσει 5-6 μπριζόλες. Σωστά; Δεν θες ούτε να μαγειρεύεις χωρίς λόγο, ούτε να πετάς φαγητό.

Ας πούμε, τώρα, ότι ο ένας από την παρέα τρώει τη μία μπριζόλα, βάζει άλλη μία στο πιάτο του και τρώει τη μισή. Και ενώ έχει τελειώσει, σου ζητάει να του ψήσεις άλλες δύο. Τον ρωτάς τι τις θέλει αφού έχει ήδη τελειώσει το φαγητό του, και σου απαντάει να μη σε νοιάζει. Εσύ, ως καλός άνθρωπος, του ψήνεις άλλες δύο μπριζόλες. Αυτός τις παίρνει, παίρνει και τη μισή που έχει αφήσει από πριν και όλες μαζί τις πετάει στα σκουπίδια! Εσύ, βεβαίως, του φέρνεις μετά τα σκουπίδια στο κεφάλι. Σωστά;

Ας πούμε τώρα ότι έχεις ταβέρνα. Σου παραγγέλνει μια παρέα τεσσάρων ατόμων μπριζόλες. Ο ένας από αυτούς είναι ο παραπάνω φίλος που ενώ τρώει μιάμιση μπριζόλα θέλει τέσσερις. Αυτός είναι, φυσικά, για εσένα ένας λαμπρός πελάτης. Και όσο περισσότερες μπριζόλες παίρνει, τόσο πιο πολύ χαίρεσαι, αδιάφορο (για εσένα) αν θα τις φάει, αν θα τις πετάξει ή αν θα τις κάνει κορνίζα.

Εσύ, λοιπόν, ο ίδιος ακριβώς άνθρωπος συμπεριφέρεσαι εντελώς διαφορετικά στις δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη σε ενδιαφέρει πόσο ακριβώς θα φάνε οι άλλοι. Σε ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο θα καταναλωθεί το προϊόν που έχεις παράξει και σε ενδιαφέρει να καλύψει την ανάγκη, την οποία προορίζεται να καλύψει. Μάλιστα σε ενδιαφέρει να καλύψει αυτή την ανάγκη όσο το δυνατόν καλύτερα, για να μην αναγκάζεσαι να μαγειρεύεις κάθε λίγο και λιγάκι. Επίσης, σε ενδιαφέρει η όλη δουλειά να γίνεται όσο το δυνατόν πιο οικονομικά σε υλικά, έξοδα και εργασία, αλλά ταυτόχρονα και παραγωγικά, ώστε να μη σου βγαίνει η παναγία.

Στη δεύτερη περίπτωση δεν σε ενδιαφέρει καθόλου αν το προϊόν σου καλύπτει ουσιαστικά κάποια ανάγκη. Μάλλον, σε ενδιαφέρει να την καλύπτει μόνο τυπικά. Από πλευράς ουσίας σε συμφέρει να την καλύπτει όσο το δυνατόν χειρότερα, για να πουλάς περισσότερα. Δεν σε νοιάζει τι θα κάνει ό άλλος το προϊόν που του πουλάς, αρκεί να το αγοράσει. Μάλιστα, σε συμφέρει να το αποσυνδέσει από την ανάγκη που πρέπει να καλύψει, έτσι ώστε να αγοράζει δυνάμει απεριόριστα για να καλύψει μια ψιλοαπροσδιόριστη ανάγκη που δεν ικανοποιείται ποτέ και με τίποτα. Σε ενδιαφέρει να κάνεις οικονομία στο κόστος παραγωγής, αλλά σε συμφέρει η αλόγιστη σπατάλη στο τελικό προϊόν και στους πόρους που χρειάζονται για να παραχθεί. Με απλά λόγια σε συμφέρει να πουλάς τόνους μπριζόλες και πετιούνται στα σκουπίδια. Αρκεί κάποιος να τις αγοράζει.

Την πρώτη περίπτωση θα την ονομάσουμε φυσική οικονομία και τη δεύτερη εμπορευματική.

Αλλά γιατί ως έμπορος θέλεις διαρκώς να πουλάς περισσότερο; Μα για να κερδίζεις περισσότερο. [Είπαμε, δεν δίνεις δεκάρα αν οι πελάτες σου είναι χορτάτοι. Μάλλον να μην είναι σε ενδιαφέρει.] Σε συμφέρει, λοιπόν, οι πελάτες να ζητούν περισσότερα. Κάνεις προσφορές, δίνεις στις τρεις μία δώρο, κάνεις διαφήμιση κ.λπ. Ταυτόχρονα μειώνεις το κόστος σου. Παίρνεις φθηνότερα υλικά (κάνεις και τα στραβά μάτια αν δεν είναι και η καλύτερη ποιότητα), παίρνεις καινούργια μηχανήματα, οργανώνεις την παραγωγή σου. Και όσο ανεβαίνει η ζήτηση, τόσο αναπτύσσεις την επιχείρησή σου, τόσο πιέζεις το κόστος, τόσο κάνεις ανοίγματα για να παράγεις πιο μαζικά. Και όσο επενδύεις, τόσο θέλεις να πουλάς για να κάνεις απόσβεση κ.ο.κ.

Στην πορεία της ανάπτυξής σου, στα αρχικά στάδια προσλαμβάνεις προσωπικό. Αν υποθέσουμε ότι όλη η οικονομία δουλεύει όπως εσύ, υπάρχει απασχόληση. Αν μάλιστα οι εργαζόμενοι είναι καλά οργανωμένοι και αγωνιστικοί, είναι ψηλές και οι αμοιβές. Εσένα, όμως, σε ενδιαφέρει η μείωση του κόστους. Επιδιώκεις την ανάπτυξη της παραγωγικότητας με νέα μηχανήματα. Με αυτόν τον τρόπο ίσως μειώνεις την ανάγκη για ανθρώπινο δυναμικό, όταν το ωράριο εργασίας μένει σταθερό. Το πρόβλημά σου, όμως, είναι ότι πρόσθετη αξία παράγει μόνο ο άνθρωπος, γιατί ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να παράγει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα αγαθών από αυτά που χρειάζεται για να ζήσει. Δηλαδή, μπορεί να παράγει πολύ μεγλύτερο ποσό χρημάτων από αυτό που χρειάζετια για να ζήσει και που συνήθως αποτελεί τον μισθό του (έχετε προσέξει ότι ως δια μαγείας ο μίσθός σας σας φτάνει ίσα ίσα για να μπορείτε να κάνετε αυτό που κάνετε επαγγελματικά;). Αυτό το περίσευμα που παράγει η ανθρώπινη εργασία το καρπώνεσαι εσύ ως εργοδότης. Συνεπώς, μακροπρόθεσμα, όσο μειώνεις το προσωπικό σου, τόσο μειώνεις τη δυνατότητα κερδοφορίας σου, παρόλο που πρόσκαιρα φαίνεται πως μειώνεις το κόστος σου. Οπότε σε συμφέρει ακόμη περισσότερο να εκμεταλλεύεσαι περισσότερο το υπάρχον προσωπικό αυξάνοντας το ωράριο εργασίας και την εντατικότητα.

Από αυτή την τάση προκύπτει και η σχέση έρωτα και μίσους που έχει ο κπιταλισμός με την τεχνολογία. Άλλοτε υποστηρίζει την αλματώδη τεχνολογική ανάπτυξη και άλλοτε κρύβει στα συρτάρια ή καταστρέφει τεχνολογίες που μπορούν να κάνουν τη δουλειά ευκολότερη, προτιμώντας να χρησιμοποιεί εργάτες που δουλεύουν ακόμη και με πρωτόγονα εργαλεία άπειρες ώρες.

Παρένθεση: θα προσέξατε ότι μέχρι εδώ δεν έχω βάλει πουθενά το κράτος. Μιλάμε για την απλή λογική εξέλιξη της οικονομίας της αγοράς, βάσει του αόρατου χεριού, δηλαδή του νόμου προσφοράς και ζήτησης. Θα πρέπει επίσης, για να πούμε όλη την αλήθεια, να διαπιστώσουμε ότι δεν διαμορφώνει μόνο η ζήτηση την προσφορά, αλλά ίσως ακόμη περισσότερο συμβαίνει το αντίστροφο: η ανάγκη για περισσότερες πωλήσεις (προσφορά) διαμορφώνει την αντίστοιχη ζήτηση, έστω (ή μάλλον κυρίως) και τεχνητά!

Η συνεχιζόμενη ανάπτυξη, λοιπόν, από ένα σημείο και μετά αναπόφευκτα μειώνει την καταναλωτική δύναμη των εργαζομένων – οι οποίοι είναι και οι πελάτες σου. Ενώ λοιπόν εσύ έχεις κάνει επενδύσεις και χρωστάς της Μιχαλούς για να γίνεις πολυεθνική ταβέρνα, υπολογίζοντας ότι η ζήτηση θα αυξάνεται, ταυτόχρονα κάνεις ό,τι μπορείς για να τη μειώνεις σε ό,τι αφορά τους δικούς σου υπαλλήλους (και κάνεις πως δεν βλέπεις ότι και οι άλλοι κάνουν το ίδιο στους δικούς τους υπαλλήλους, που είναι και πελάτες σου). Οι καταναλωτές, που έτσι και αλλιώς καταναλώνουν πια περισσότερο από όσο χρειάζονται, κάποια στιγμή δεν μπορούν να συνεχίζουν να αυξάνουν την κατανάλωση και σφίγγονται.

Για να μη σου μείνει η επένδυση στο χέρι, παρακαλάς τον τραπεζίτη, τον φίλο σου, να δώσει κανένα δανειάκι στον πελάτη σου για να συνεχίσει να ζητάει όσο περισσότερες μπριζόλες μπορεί να αγοράσει (και όχι όσες χρειάζεται για να φάει). Ο πελάτης σου, αγοράζει το δάνειο, αγοράζει και τς μπριζόλες σου και είστε όλοι χαρούμενοι. Εσύ υπολογίζεις πάλι ότι η ζήτηση θα αυξηθεί και κάνεις και άλλη επένδυση, παίρνεις κι άλλο δάνειο κ.ο.κ. Ταυτόχρονα αυξάνεις ωράρια, πιέζεις μισθούς, παίρνεις μηχανήματα, οργανώνεσαι καλύτερα, μειώνεις προσωπικό, αυξάνεις και τις τιμές. Ο πελάτης σου έχει αγοράσει ήδη ό,τι θα μπορέσει να αγοράσει σε όλη του τη ζωή και χρεώνει και τα παιδιά του. Φοβάται και την ανεργία, η δουλειά του δεν του δίνει πια και πολλά. Σταματάει, λοιπόν, να αγοράζει και βολεύεται με ό,τι έχει, αφού υπάρχει και ακρίβεια. Πολλοί από τους πελάτες σου, αυτοί που έχουν φάει περισσότερο το παραμύθι του καταναλωτισμού που τους πούλησες, χρεωκοπούν τελείως. Εσύ καταρρέεις.

Αυτό λέγεται κρίση υπερπαραγωγής. Προκαλείται από την τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να παράγει για την πώληση και όχι για την κάλυψη αναγκών, και από την τάση του εργοδότη να αυξάνει την εκμετάλλευση των εργαζομένων μειωνοντας ταυτόχρονα την αγοραστική τους δύναμη. Οι παράγοντες αυτοί, συνδυασμένοι, δημιουργούν τη φούσκα που σκάει περιοδικά. Ο καπιταλισμός είναι γεμάτος τέτοιες κρίσεις, μικρές και μεγάλες.

Η σημερινή είναι ακριβώς τέτοια. Κρίση υπερπαραγωγής. Αυτό το καταλαβαίνουν όλοι. Για δεκαετίες η παγκόσμια αγορά λειτουργεί με δανεισμό, και από ένα σημείο και μετά με «εκτίμηση», «προσδοκία» δανεισμού. Με σκέτο αέρα. Η βιομηχανία παράγει εκτιμώντας αέρα εκατομμύρια άχρηστα και τελικά απούλητα εμπορεύματα. Έτσι ξεκίνησε να σκάει η φούσκα στην αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ. Έτσι έχει αρχίσει να σκάει σε όλο τον κόσμο και φυσικά και στην Ελλάδα. Ήδη μειώνονται οι πωλήσεις ακινήτων και αυτοκινήτων, τομείς που παραδοσιακά δείχνουν την τάση προς ύφεση.

Ούτε τα golden boys φταίνε, ούτε οι κρατικές παρεμβάσεις, ούτε ο νεοφιλελευθερισμός. Όλοι αυτοί οι παράγοντες ενδεχομένως οξύνουν ή αμβλύνουν τα αποτελέσματα της διαδικασίας ή ορίζουν το πού θα σκάσει η φούσκα. Δεν την προκαλούν, όμως. Είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός που περιοδικά καταστρέφει την ανάπτυξη που έχει προκαλέσει. Και αυτό γιατί, αντί να παράγει για την κάλυψη αναγκών, παράγει για την πώληση, με αποτέλεσμα να στρεβλώνεται όλη η αλυσίδα παραγωγής και κατανάλωσης. Ο μύθος του Ίκαρου και του Δαίδαλου σε συνδυασμό με το ανέβα-κατέβα του Σίσυφου νομίζω ταιριάζουν γάντι στην περίπτωση.

Τρομακτικές μέρες έρχονται. Η ανεργία θα ανέβει, η φτώχεια θα σαρώσει, οι κοινωνία θα βράσει. Σε παγκόσμιο επίπεδο όύτε να σκέφτομαι δεν θέλω πού μπορεί να οδηγήσει η αλλαγή του παγκόσμιου συχετισμού οικονομικής και πολιτικής δύναμης.

Επόμενη και τελευταία μεγάλη ανάρτηση για το θέμα θα αφορά στις πολιτικές δυνάμεις και τις προτάσεις τους.

προσπαθώ να καταλάβω

Αντιγράφω και μεταφράζω (αρκετά ελεύθερα, βασικά σε ό,τι αφορά το ύφος, το έχω «χαλαρώσει» κάπως) κομμάτια από αυτό το άρθρο του γερμανικού Spiegel, γιατί με βοηθάει στην κατανόηση της σημερινής οικονομικής κρίσης. Ξέρω, πιθανόν να σας σπάω τα νεύρα με την εμμονή μου στα οικονομικά του καπιταλισμού αυτές τις μέρες, αλλά δεν γίνεται, πρέπει να βγάλω άκρη. Όποιος θέλει ακολουθεί:

Η ρίζα της σημερινής κρίσης βρίσκεται σε ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό της ίδιας της φύσης της χρηματοπιστωτικής σφαίρας: Καμία τράπεζα δεν κατέχει τόσο χρήμα όσο δανείζει. Το κεφάλαιο των χρηματοπιστωτικών οίκων -είτε με τη μορφή ακινήτων, ευγενών μετάλλων, μετοχών ή μετρητών- είναι κατά πολύ μικρότερο από αυτό που δανείζουν. Τα περισσότερα χρήματα, με τα οποία λειτουργούν οι τράπεζες, είναι δανεισμένα. Είτε από καταθέτες που βάζουν τα χρήματά τους σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς, παραχορώντας έτσι στην τράπεζα το δικαίωμα να τα αξιοποιεί, είτε από άλλες τράπεζες και την Κεντρική Τράπεζα.
Μέχρι εδώ: ποιο είναι το ουσιώδες χαρακτηριστικό της τραπεζικής σφαίρας; ότι κάνει τα χρήματα της αποταμίευσης διαθέσιμα σε όποιον χρειάζεται χρήμα ή κεφάλαιο. Βάζει, δηλαδή, η γιαγιά μου στην τράπεζα 3.000 για αποταμίευση. Από αυτά η τράπεζα δίνει σε εμένα 2.000 καταναλωτικό δάνειο και σε εσένα άλλο ένα χιλιάρικο. Περιμένει να πάρει πίσω 4.000 (γιατί είναι τοκογλύφοι). Αν η γιαγιά μου έβαζε τα 3.000 στο στρώμα, αυτά τα χρήματα δεν θα ήταν διαθέσιμα σε ‘μένα και σε εσένα για να τα χρησιμοποιήσουμε, δεν θα αγόραζα εγώ το ούτε-στον-ύπνο-μου στερεοφωνικό που έχω βάλει στο μάτι, ούτε εσύ το παπί που έχεις βάλει στο μάτι. Αλλά ούτε και ο επιχειρηματίας θα έχει κεφάλαιο για να επενδύσει και να αναπτύξει την επιχείρηση που θα παράγει/πουλάει εμπορεύματα που εμείς δεν μπορούμε να αγοράσουμε. Με άλλα λόγια, χωρίς τις τράπεζες η οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αν δεν είχε καταρρεύσει, θα δούλευε με ταχύτητες χελώνας – κάτι εντελώς αδιανόητο για τα οικονομικά μεγέθη ακόμη και των φτωχότερων κρατών. Κατανοητό ως εδώ (από εμένα τουλάχιστον). Πάμε παρακάτω.
Ολόκληρη η τραπεζική σφαίρα λειτουργεί, δηλαδή, στηριζόμενη στον δανεισμό. Και, ως εκ τούτου στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης: Μία τράπεζα δανείζει σε μία άλλη χρήματα μόνο όταν είναι σίγουρη ότι θα τα πάρει πίσω (με τόκο εννοείται).
Και, άρα, ανάποδα, αν μία τράπεζα φοβάται ότι δεν θα πάρει τα λεφτά της πίσω (με τόκο, εννοείται) δεν δανείζει. Και αν υπάρχει γενικευμένη δυσπιστία μεταξύ των τραπεζών, κανείς δεν δανείζει σε κανέναν και αναιρείται το ουσιώδες χαρακτηριστικό με το οποίο ξεκινήσαμε: το ακίνητο αποταμιευμένο χρήμα δεν είναι διαθέσιμο σε όποιον το έχει ανάγκη και η οικονομία φρενάρει. Και επειδή η οικονομία είναι σαν το ποδήλατο, αν φρενάρει πολύ, πέφτει – για την ακρίβεια, η καπιταλιστική οικονομία πέφτει όχι απλώς όταν φρενάρει, αλλά και όταν μειώνει την επιτάχυνσή της, τους ρυθμούς ανάπτυξής της. Κατανοητό και ως εδώ. Προχωράμε…
Η αγορά σπιτιού ήταν τη δεκαετία του ’90 στις ΗΠΑ πολύ της μόδας. Επεδή το χρήμα από την Κεντρική Τράπεζα ήταν φτηνό (λόγω χαμηλών επιτοκίων), οι τράπεζες δάνειζαν ενθουσιωδώς στους κατασκευαστές κατοικιών – με κάπως υψηλότερα, φυσικά, επιτόκια από αυτά που πλήρωναν στην Κεντρική Τράπεζα. Εξάλλου, η κυβέρνηση Κλίντον ενθαρρυνε τις Freddie Mac και Fannie Maye – ιδρύματα που χρηματοδοτούν υποθήκες, να είναι ακόμη περισσότερο γεναιόδωρες με τα στεγαστικά δάνεια. Οι προϋποθέσεις δανεισμού στους κατασκευαστες κατοικιών «χαλάρωσαν» δραστικά.
Με τον τρόπο αυτόν, λοιπόν, όλοι είναι χαρούμενοι: οι τράπεζες δίνουν χρήμα και η οικονομία, στην περίπτωσή μας οι κατασκευές κατοικιών, δουλεύουν ρολόι και με ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότατους. Συνεπώς, δουλεύει υποδειγματικά η θεμελιώδης λειτουργία της τραπεζικής σφαίρας που περιγράψαμε στην αρχή. Η τράπεζα δανείζει τα κεφάλαια -που αλλιώς θα έμεναν «στάσιμα» στο στρώμα- στους εργαλάβους, αυτοί χτίζουν σπίτια, οι Fredie Mac και Fannie Maye εγγυόνται στις τράπεζες φτηνά δάνεια χωρίς πολλές προϋποθέσεις στους φτωχούς με υποθήκη το σπίτι που αγοράζουν, οι φτωχοί πληρώνουν τη δόση, οι εργλάβοι κονομάνε [και κάνουν σχέδια για περισσότερες επενδύσεις], η τράπεζα κονομάει και αυτή [και ξαναδανείζει στους εργολάβους που έχουν κάνει επενδύσεις] και όλοι είναι ευτυχισμένοι. Απλό; Απλό. Με την εξής υποσημείωση: Ότι η κυβέρνηση Κλίντον ενθάρρυνε το άνοιγμα της στεγαστικής αγοράς στους φτωχούς γιατί η αμερικανική οικονομία είχε πέσει επικίνδυνα σε επιβράδυνση (των ρυθμών ανάπτυξης ολόκληρης της οικονομίας) αντιμετωπίζοντας την απειλή της ύφεσης. Με την αναθέρμανση της αγοράς στέγης πήρε μπρος ολόκληρη η αμερικανική οικονομία! Καλά ως εδώ (καλά;) Πάμε παρακάτω.
Βασιζόμενες στις υποθήκες, οι τράπεζες επαναπαύθηκαν, και μάλιστα ακόμη περισσότερο αφού οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν. Αν δεν μπορούσε να πληρώσει τη δόση ένας δανειολήπτης, η τράπεζα, με βάση τη λογική των τραπεζών, προχωρούσε σε κατάσχεση – πράγμα που μπορούσε να είναι ακόμη πιο κερδοφόρο. Μία θεωρούμενη ως σίγουρη επιχείρηση. Τα χαμηλά επιτόκια δημιουργούσαν περισσότερη ζήτηση για ακίνητα, η οποία με τη σειρά της ανέβαζε τις τιμές των ακινήτων – δημιουργήθηκε έτσι μια σπιροειδής ανοδική κίνηση.
Παρατήρηση: η όλη ανοδική διαδικασία στηρίχτηκε, δηλαδή σε δύο πυλώνες: α) στα χαμηλά επιτόκια και τις χαμηλές απαιτήσεις προς τους δανειολήπτες, που έκαναν τα δάνεια προσιτά στους φτωχούς και β) στην ύπαρξη πίστης στην αγορα. Δηλαδή, όλος ο κύκλος στηρίχτηκε στην προσδοκία των φτωχών για δανεισμό ή κάνω λάθος; Χαμηλή η τιμή χρήματος, δανείζεται ο φτωχός, αγοράζει σπίτι με χρήμα που πρόκειται ή δεν πρόκειται να αποκτήσει, με αέρα, δηλαδή, ανεβαίνει η αξία των ακινήτων κ.λπ. Εξαρχής, δηλαδή, αναπτύσσεται μια βιομηχανία όχι με πραγματικό χρήμα, αλλά με την προσδοκία χρήματος, με αέρα. Από την άλλη, βασιζόμενη στο πραγματικό χρήμα, η αμερικανική οικονομία ή τουλάχιστον ο κατασκευαστικός κλάδος θα έπεφτε σε ύφεση. Ως εκεί φτάνει το δικό μου μυαλό. Πάμε παρακάτω.
Τέτοιες υποθήκες, λοιπόν, θεωρούνταν ελκυστική επένδυση. Μεμονωμένες υποθήκες θρυμματίστηκαν σε μικρά κομματάκια, πακεταρίστηκαν και πουλήθηκαν ως αξιόγραφα, τα γνωστά παράγωγα.
Εδώ, φίλε μου αρχίζει να γίνεται κόλαση. Ένα δάνειο, δηλαδή μια προσδοκία πραγματικών χρημάτων ή ένα υποθηκευμένο σπίτι, πουλιέται και ξαναπουλιέται ως παράγωγο ξανά και ξανά. Ο αέρας, δηλαδή, πουλιέται στη σειρά ποιος ξέρει πόσες φορές και κανείς δεν γνωρίζει πια τι αγοράζει… πρόκειται για την πιο σχιζοειδή πλευρά της Αγοράς. Αγοράζει κάποιος κάπου μέρος ενός δανείου και ούτε έχει ακουστά ποιος είναι ο δανειολήπτης, τι δουλειά κάνει, ποιο είναι το ακίνητο κ.ο.κ. Αυτός είναι ο φετιχικός χαρακτήρας του εμπρεύματος στον ύψιστο βαθμό. Το εμπόρευμα αποκτά δική του ζωή και ξεφεύγει τελείως από τον ανθρώπινο έλεγχο. Αντίθετα, ασκεί αυτό την τυφλή του εξουσία στους ανθρώπους. Τις συνέπειες τις ζούμε.

Update 16/10

Συνεχίζω από εκεί που το άφησα…

Τότε, όμως, η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ αύξησε τα επιτόκια από τον φόβο του πληθωρισμού.

Δηλαδή; Εδώ δηλώνω αδυναμία να καταλάβω, γιατί από πληθωρισμό δεν ξέρω. Γιατί δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ (και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την ίδα εποχή – πριν από έναν-ενάμισι χρόνο, δηλαδή) φοβούνταν τον πληθωρισμό; Τι σχέση έχει αυτό με την οικονομική ανάπτυξη και την αγορά; Δεν ξέρω. Προχωράω με αυτό ως δεδομένο: ότι η Κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ αύξησε το κόστος του χρήματος (επιτόκια) από φόβο μήπως ο ρυθμός αύξησης των τιμών του καλαθιού του καταναλωτή (πληθωρισμός) αυξηθεί επικίνδυνα.

Μαζί αυξήθηκαν ξαφνικά τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων. Άρχισαν οι πρώτες κατασχέσεις ακινήτων, καθώς οι δανειολήπτες δεν μπορούσαν πλέον να πληρώσουν τις δόσεις τους. Η αγορά ακινήτων των ΗΠΑ ήταν έτσι και αλλιώς ήδη κορεσμένη, και έτσι σταμάτησαν οι τιμές των ακινήτων να ανεβαίνουν. Μάλιστα, άρχισαν να πέφτουν.Εκατοντάδες χιλιάδες αγοραστές σπιτιών δήλωσαν ανίκανοι να πληρώσουν το χρέος τους. Ξαφνικά, πολλοί τραπεζίτες ένιωσαν την εκρηκτική δύναμη των χαρτιών που είχαν αγοράσει μαζικά – και τα οποία πλέον δεν ήταν «πωλήσιμα».

Επειδή οι τράπεζες κατείχαν τόσα παράγωγα βασισμένα σε ενυπόθηκα δάνεια τα οποία δεν είχαν πλέον καμία αξία, έχασαν και αυτές σε αξία, και μάλιστα απότομα και ταχύτατα. Για πολλές τράπεζες είναι μέχρι σήμερα τελείως ασαφές πόσα υποτιμημένα χρεώγραφα κατέχουν, γιατί κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς πόση αξία έχουν τα «τοξικά» πακέτα.

Από την αρχή: μία τράπεζα διαχειρίζεται χρήμα το οποίο προέρχεται από καταθέτες, δάνεια από άλλες τράπεζες, επενδύσεις και εμπόριο χρήματος (δανεισμός). Με αυτά τα χρήματα, είπαμε, κινείται όλη η οικονομία, τόσο η παραγωγή, όσο φυσικά και η κατανάλωση. Οι τράπεζες άρχισαν κάποια στιγμή να συγκεντρώνουν πολύ χρήμα από τα ενυπόθηκα δάνεια της στεγαστικής αγοράς των ΗΠΑ. Μια αγορά που έμοιαζε ιδιαίτερα κερδοφόρα και σταθερή. Εξαιτίας αυτού, άρχισαν να πουλάνε αυτά τα δάνεια ως ομόλογα σε όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του κόσμου. Όλος ο κόσμος γέμισε χρήμα προερχόμενο από αυτά τα δάνεια, που σημαίνει ότι το συνολικό αποθεματικό των τραπεζών σε όλο τον κόσμο σε μεγάλο βαθμό εξαρτιόταν από αυτά τα δάνεια. Που σημαίνει με τη σειρά του ότι το χρήμα που κινούσε την παγκόσμια οικονομία προερχόταν σε μεγάλο βαθμό από αυτά τα δάνεια. Πέφτοντας οι τιμές των ακινήτων των ΗΠΑ [δώστε ιδιαίτερη προσοχή στο ότι η αγορά κατοικίας των ΗΠΑ ήταν ήδη κορεσμένη], τα δάνεια αυτά και τα παράγωγα που βασίζονταν σε αυτά έχασαν αυτομάτως την αξία τους. Που σημαίνει ότι οι τράπεζες ξαφνικά έχασαν πολύ μεγάλο μέρος του αποθεματικού τους, δηλαδή του χρήματος που κινεί την πραγματική οικονομία. Επιπλέον, η πίστη, η απαραίτητη, δηλαδή, εμπιστοσύνη που χρειάζονται οι τράπεζες για να δανείζονται μεταξύ τους καταρρακώθηκε, κάτι που πολλαπλασιάζει τις επιπτώσεις της κρίσης στην πραγματική οικονομία.

Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, η ύφεση είναι σχεδόν απίθανο να μην χτυπήσει την πραγματική οικονομία.

Το σχέδιο Braun, σε αντίθεση με το σχέδιο Polson που σκοπό έχει να αγοράσει τα τοξικά παράγωγα, φιλοδοξεί να χτυπήσει στον πυρήνα της κρίσης, με το να εγγυηθεί τον δανεισμό μεταξύ των τραπεζών, ώστε να αποκατασταθεί η πίστη και να ξεμπλοκάρει η ροή χρήματος. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι ο πυρήνας του προβλήματος είναι αλλού. Σήμερα τα χρηματιστήρια φουντάρισαν πάλι, ύστερα από δύο μέρες ανόδου…

Για τον πυρήνα του προβλήματος θα γράψω σε επόμενη ανάρτηση, έτσι για να χάσω και τους πιο φανατικούς αναγνώστες μου.

επιχείρηση διάσωσης 2: καπιταλισμός (μέρος β’)

ή

η «δημιουργική καταστροφή»

σύμφωνα με την οποία η ελεύθερη αγορά αυτορυθμίζεται, οδηγώντας στην καταστροφή όσους κάνουν ανορθολογικές επιχειρηματικές επιλογές. Με βάση αυτή τη θεωρία, λοιπόν, η σημερινή κρίση δεν είναι παρά η καταστροφή των τυχοδιωκτικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που επένδυσαν στα δάνεια υψηλού ρίσκου, διαδικασία η οποία θα οδηγήσει στην αυτοβελτίωση της αγοράς και στην δημιουργική της ανάπτυξη.

[ό,τι ακολουθεί από εδώ και πέρα το άφησα σχόλιο σε αυτό το ποστ του Πάνου]

Μόνο που δημιουργική καταστροφή των αγορών στη σημερινή κρίση δεν αποτιμάται μόνο σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματαπου καταρρέουν και σε μανατζαρέους που πάνε διακοπές για να συνέλθουν από τη στεναχώρια που έχασαν τα μπόνους… Αποτιμάται μέχρι στιγμής και σε θανάτους και αύξηση της φτώχειας, διότι, ως γνωστόν, οι «παίκτες», προκειμένου να ρεφάρουν από τη χασούρα στη wall, το έριξαν στον τζόγο στο χρηματιστήριο τροφίμων και στην κούρσα του πετρελαίου, με αποτέλεσμα να θερίζουν ζωές στον φτωχό κόσμο. Άσε που τα χειρότερα δεν τα έχουμε δει ακόμα.

Δεύτερον, το πρόβλημα με τον καπιταλισμό είναι αυτό ακριβώς, ότι για κάθε δημιουργική του φάση υπάρχει βαρύτατο τίμημα καταστροφής ανθρώπου και περιβάλλοντος.

Τέλος, για δημιουργική καταστροφή με την ίδια ακριβώς έννοια μπορεί να μιλήσει κανείς για τον πόλεμο. Αλλά προφανώς θα είναι και πολύ μαλάκας όποιος τον δικαιολογήσει με τέτοιες απαράδεκτες θεωρίες. Κι όμως, μεγάλο ποσοστό των αιτίων σε πολλούς πολέμους είναι ακριβώς η δημιουργική κούρσα της ανοικοδόμησης που κάνεςι τους ρυθμούς ανάπτυξης να τρέχουν σαν τρελοί. Ορέος ο καπιταλισμός, λοιπόν, όπως θα έλεγαν και οι καλυβίστας! Δεν μπορεί να δημιουργήσει παρά μόνο καταστρέφοντας, σκοτώνοντας, σακατεύοντας, ληστεύοντας, μολύνοντας γη, αέρα, νερό.

Να δούμε τι άλλο θα σκεφτούν για να εξωραΐσουν τη βαρβαρότητα!

επιχείρηση διάσωσης 1: καπιταλισμός

Έχω δυο – τρία ημιτελή κείμενα στο πρόχειρο τα οποία δεν ανέβαζα γιατί δεν προλάβαινα να επεξεργαστώ και να τεκμηριώσω όσο θα ήθελα. Δεν πειράζει. Τα ανεβάζω έτσι. Blogging κάνουμε, όχι επιστημονική δημοσίευση. Στο κάτω-κάτω τα σχόλια είναι ανοιχτά.

Να πω κιόλας ότι οι απόψεις μου δεν έχουν την αξίωση επιστημονικής αντιμετώπισης. Ουσιαστικά εκφράζω πολιτική γνώμη, σκόρπιες σκέψεις που μου γεννιούνται από την επικαιρότητα και πολλές απορίες που προσπαθώ να φωτίσω με τη βοήθεια του συνόλου των προσλήψεών μου. Αν μπορείτε να βοηθήσετε σε αυτό, σπεύσατε…

Ωρίστε το πρώτο σεντόνι:

***

Γράφει ο Τάκης Μίχας στη σημερινή Ελευθεροτυπία (η «σημερινή» Ελευθεροτυπία είναι της Δευτέρας 6/10/2008 – το άρθρο δεν μπορώ να το εντοπίσω ηλεκτρονικά, ο τίτλος του είναι «Φταίει ο καπιταλισμός ή ο οικονομικός λαϊκισμός;» Ο Τάκης Μίχας έχει και μπλογκ, αλλά δεν έχει ανεβάσει ακόμη το συγκεκριμένο άρθρο):

…τα αίτια της κρίσης οφείλονται στο «χαλάρωμα» των κριτηρίων δανεισμού που επέτρεπε στα διάφορα χρημοτοοικονομικά ιδρύματα να παρέχουν επισφαλή δάνεια.

Το μεγάλο πρόβλημα και τα αίτια της κρίσης ήταν, όπως γράφει ο Μάιρον (Τζέφρει Μάιρον, καθηγητών Οικονομικών του Χάρβαρντ), ότι «η κυβέρνηση εφάρμοσε μια πολιτική που διαχώριζε τη δυνατότητα του δανεισμού για την αγορά στέγης από την ικανότητα αποπληρωμής του δανείου».

Ο αρθρογράφος αναφέρεται σε μέτρα των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, όπως το διαβόητο πλεόν Community Reinvestment Act, μέσω του οποίου το αμερικανικό κράτος επί της ουσίας επιδοτεί στεγαστικά δάνεια σε φτωχούς.

Και καταλήγει ο αρθρογράφος στη διατύπωση του προβληματισμού

…αν η σημερινή κρίση είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας των κανόνων του καπιταλισμού και της αγοράς ή αντιθέτως το αποτέλεσμα της καταστρατήγησής τους στο όνομα του οικονομικού λαϊκισμού των πολιτικών.

Αρχικός σκοπός του είναι να σχολιάσει την «τάση» που έχει παραβάλει στην αρχή του άρθρου, σύμφωνα με την οποία:

Η πρόσφατη κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές από τον χώρο της Αριστεράς να κάνουν λόγο για σοβαρή κρίση του «καπιταλιστικού συστήματος» και να ανατρέχουν στους τέσσερις τόμους του «Κεφαλαίου» του Μαρξ για να βρουν την ερμηνεία για τα τεκταινόμενα.

Την ίδια πανω – κάτω συλλογιστική έχω συναντήσει τελευταία από διάφορες πλευρες.

Παρεμπιπτόντως, το «Κεφάλαιο» είναι έργο σε τρεις και όχι τέσσερις τόμους – μια παλιότερη έκδοση το έβγαζε νομίζω σε πέντε τόμους.

Από εκεί και πέρα, κατ’ αρχάς,, αναρωτιέμαι πόσες κρίσεις θα πρέπει να περάσει ο καπιταλισμός, τόσο διεθνώς όσο και σε εθνικό επίπεδο, για να καταλάβει ο κ. Μίχας ή οι θιασώτες του φιλελευθερισμού ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι συσταστικό στοιχείου του καπιταλισμού αυτού καθεαυτού. Τουλάχιστον κάθε δεκαετία έχουμε και ένα μίνι κραχ, ενώ δύο με τρεις φορές σε κάθε αιώνα έχουμε και μία μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση σαν τη σημερινή. Σε περιφερειακό επίπεδο, οι δύο τελευταίες δεκαετίες είναι γεμάτες κρίσεις, από τις ασιαστικές τίγρεις και την Τουρκία μέχρι την Αργεντινή. Όλες τυχαίες είναι; όλες από λάθη; Πόσα δεδομένα παραπάνω χρειάζονται οι αστοί οικονμολόγοι για να «πειστούν» ότι οικονομική κρίση και καπιταλισμός πάνε πακέτο από πάντα [τις θεωρίες περί «δημιουργικής καταστροφής», αν τις επικαλεστεί κάποιος, θα τις σχολιάσω σε σχόλιο].

Δεύτερον, σε ό,τι αφορά τις πολιτικές επιδότησης δανείων σε φτωχούς: Το Community Reinvestment Act είναι νόμος του 1977 και σχεδιάστηκε με απώτερο στόχο να τονώσει την αγορά κατοικίας ενθαρρύνοντας τις τράπεζες να χαλαρώσουν τα κριτήρια παροχής δανείων. Το ίδιο και οι μεταρρυθμίσεις των δεκαετιών του ’80 και του ’90, οι οποίες στόχευαν στην αντιμετώπιση της κρίσης στην αμερικανική αγορά real estate που ήταν βασικός παράγοντας της επιβράδυνσης της αμερικανικής οικονομίας τότε. Το ερώτημα είναι τι συνέβη και τώρα δεν μπορούν μαζικά οι Αμερικανοί φτωχοί να πληρώσουν τα δάνειά τους, ενώ μέχρι τώρα μπορούσαν (αν υποτεθεί ότι μπόρεσαν ποτέ) και, ακόμη, από πού και ως πού αυτή η αδυναμία τους να προκαλεί παγκόσμια οικονομική κρίση, εφόσον οι τράπεζες που χορηγούν τα δάνεια αποζημιώνονται με κατάσχεση του υποθηκευμένου ακινήτου;

Οι απαντήσεις που δίνουν οι οικονομολόγοι στα απλά αυτά ερωτήματα δεν είναι καθόλου πειστικές για τον κοινό νου, και αποκρύπτουν συστηματικά την εξής δομική αντίφαση του καπιταλισμού: ότι για την επιβίωσή του είναι απαραίτητη η διαρκής μεγέθυνση της παραγωγής ενώ από την άλλη πιέζει για το ροκάνισμα της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων με σκοπό τη μείωση του κόστους. Ακόμη και στις χρυσές εποχές, όπου η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων αυξάνεται, οφείλει να αυξάνεται αναντίστοιχα σε σχέση με τη μεγέθυνση της παραγωγής, διαφορετικά η επιχείρηση δεν είναι ανταγωνιστική. Τη δεκαετία του ’60, όταν η οικονομική δύναμη των εργαζομένων αυξήθηκε πέρα από το επιτρεπόμενο όριο για την κερδοφορία των επιχειρήσεων, η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε μπροστά στην ύφεση του ’70 που οδήγησε στην εγκατάλειψη του Κεϋνσιανισμού και στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Για να καταλήγω στο συλλογισμό μου, από τη μία η παραγωγή πρέπει να αυξάνεται, από την άλλη οι αποδοχές πρέπει σχετικά να μειώνονται ή να αυξάνονται δυσανάλογα, με αποτέλεσμα αργά ή γρήγορα να οδηγούμαστε σε κρίσεις υπερπαραγωγής.

Στην περίπτωση της στεγαστικής αγοράς στις ΗΠΑ συνέβη, αν έχω καταλάβει καλά, χοντρικά το εξής: ο κατασκευαστικός κλάδος έχει ανάγκη να αυξάνει την κατασκευαστική δραστηριότητα, μόνο που δεν υπάρχει αγορά να την απορροφήσει. Αυτό σημαίνει καταρχήν κρίση, την οποία η ελεύθερη αγορά δεν μπορεί να λύσει παρά μόνο με καταστροφή του συγκεκριμένου κλάδου (που σημαίνει μαζική ανεργία, πείνα κ.λπ. και στη συνέχεια γενίκευση της κρίσης σε ολόκληρη την οικονομία). Υπάρχει λοιπόν καταρχήν ζήτηση για ρευστό από την πλευρά των εργαζομένων («καταναλωτών» my ass), την οποία σπεύδει ευχαρίστως να καλύψει ο χρηματοπιστωτικός τομέας. Για να το κάνει όμως αυτό πρέπει να αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά των φτωχών. Βάζει και το κράτος να χαλαρώσει τα κριτήρια δανεισμού σε φτωχούς και πουλάει δάνεια (και όνειρα). Διαφημίζει, ψάχνει πελάτες, φέρνει στα γκισέ της τράπεζας πελατεία που ως τότε έμενε σε τροχόσπιτο και, μέχρι να την προσεγγίσει ο πωλητής της τράπεζας για να της βάλει την ιδέα να αγοράσει σπίτι, δεν θα το σκεφτόταν καν.

Έτσι πάει η διαδικασία, κύριοι. Καθημερινά τη ζούμε ως πρακτική των τραπεζών. Κανείς δεν ανάγκασε τις τράπεζες να πουλήσουν δάνεια σε φτωχούς, όπως προσπαθούν να μας πείσουν εσχάτως, μην τρελαθούμε τώρα! Με τη θέλησή τους το έκαναν και το κάνουν υπακούοντας στην αρχή της ελεύθερης αγοράς που λέει ότι επιβίωση=μεγέθυνση. Και όταν κορεστεί η αγορά των εχόντων, για να ποφευχθεί η στασιμότητα και η ύφεση, ορμάμε στους μη έχοντες και τους δανείζουμε. Αποφεύγεται, λοιπόν, η κρίση και αναθερμαίνεται η αγορά. Το πρόβλημα είναι ότι αναθερμαίνεται εικονικά και προσωρινά. Η πραγματική αγοραστική δύναμη των καταναλωτών δεν έχει μεταβληθεί. Η πραγματική κρίση, λοιπόν, όχι μόνο δεν αποφεύγεται, αλλά αναβάλλεται, και μάλιστα για να επιστρέψει σε πολύ μεγαλύτερη έκταση.

Όμως το πράγμα έχει και συνέχεια. Τα δάνεια αυτά, προκειμένουν να μετακυλήσουν αλλού το ρίσκο, τα «ευαγή» χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα πακετάρισαν σε «ελκυστικά» επενδυτικά προϊόντα (και άλλη ευκαιρία κερδοσκοπίας, δηλαδή) και τα πούλησαν και τα ξαναπούλησαν και τα ξαναπούλησαν σε όλο τον κόσμο. Και κάθε τέτοια αγοραπωλησία πολλαπλασιάζει την πραγματική κρίση με γεωμετρική πρόοδο και την διαχέει σε όλη την αγορά. Και… βουαλά!

Δεν είναι, λοιπόν, η «καταραμένη» κρατική παρέμβαση που δημιούργησε την κρίση, είναι κατ’ αρχήν η δομική αντίφαση του καπιταλισμού που οφείλει να αυξάνει την παραγωγή ακόμη και όταν αυτή δεν είναι δυνατόν να απορροφηθεί. Και η προσπάθεια λύσης αυτής της αντίφασης μέσω της Αγοράς, δηλαδή μέσω του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος γενικά, στην πραγματικότητα την οξύνει γεωμετρικά.  Ο μεγαλύτερος διαστρεβλωτής της οικονομίας δεν είναι το κράτος, αλλά οι τράπεζες, που δημιουργούν λανθασμένη εντύπωση σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και κάνουν την αγορά να λειτουργεί με λανθασμένη εκτίμηση της πραγματικής ζήτησης.

…συνεχίζεται (μάλλον)