με αφορμή την καύση των νεκρών

Ένα παιχνίδι

Φέρτε στο μυαλό σας ένα υπαρκτό, πολύ αγαπημένο πρόσωπο, εκτός από τους γονείς σας ή τα αδέρφια σας. Ας πούμε το παιδί σας, έναν μεγάλο έρωτα ή έναν πολύ στενό φίλο. Και ας υποθέσουμε ότι αυτό το πρόσωπο φεύγει από τη ζωή μετά από μερικά χρόνια από τη στιγμή που μπήκε στη ζωή σας. Φανταστείτε τώρα ότι πέφτετε για ύπνο και το πρωί ξυπνάτε σε μία προγενέστερη χρονική στιγμή, πριν γνωρίσετε αυτό το αγαπημένο πρόσωπο ή πριν κάνετε το παιδί σας, αλλά διατηρείτε ολοζώντανες τις αναμνήσεις από αυτό το αγαπημένο πρόσωπο. Ξέρετε δηλαδή ότι θα γνωρίσετε έναν φίλο ή έναν έρωτα με τον οποίο θα συνδεθείτε πολύ στενά και ο οποίος μετά από κάποια χρόνια θα πεθάνει. Ξέρετε ότι θα κάνετε ένα παιδί του οποίου θα ζήσετε το θάνατο. Και όχι μόνο το ξέρετε, αλλά έχετε ολοζώντανες και τις αναμνήσεις των στιγμών που θα ζήσετε μαζί. Μόνο που τώρα έχετε την επιλογή, αν θα γνωρίσετε αυτό το πρόσωπο ή αν θα κάνετε αυτό το παιδί.

Τώρα κάντε στον εαυτό σας δύο ερωτήματα:

1. Θα γνωρίσετε αυτόν τον φίλο ή αυτό τον έρωτα και θα συνδεθείτε μαζί του; Θα κάνετε αυτό το παιδί το οποίο ξέρετε ότι θα το χάσετε;

2. Αν απαντήσετε θετικά στην πρώτη ερώτηση, πώς θα ζήσετε την κάθε στιγμή με αυτό το πρόσωπο, με το δεδομένο ότι γνωρίζετε πως θα ζήσετε και την απώλειά του;

Περί ζωής και θανάτου

Προσωπικά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό θα επέλεγα να (ξανα)γνωρίζω αυτό το αγαπημένο πρόσωπο, να (ξανα)κάνω αυτό το παιδί. Μόνο που τώρα θα επιδίωκα να ρουφήξω την κάθε στιγμή με όλες μου τις αισθήσεις, με όλη μου την ενέργεια. Δεν θα άλλαζα τίποτα, παρά μόνο την ένταση και το βαθμό βίωσης της εμπειρίας. Θα απολάμβανα την κάθε στιγμή, την κάθε απόλαυση, τον κάθε κάθε καυγά, την κάθε απογοήτευση – ναι, θα απολάμβανα και τους καυγάδες, και τις απογοητεύσεις, ακόμη και τον πόνο και της απώλειας.

Και αυτή μου η επιλογή με φέρνει στο παλιό φιλοσοφικό ερώτημα για τη σχέση ζωής και θανάτου. Θεωρώ -δεν λέω τίποτε καινούργιο- ότι η επίγνωση του θανάτου δίνει ζωή στη… ζωή. Αν ήμασταν αθάνατοι, κάθε εμεπιρία, κάθε συναίσθημα, θα ήταν άσκοπο και ανούσιο, από βαρετό και άτονο έως επώδυνο.

Η στάση μας απέναντι στο θάνατο, όχι η προσωπική του καθενός, αλλά η στάση μας ως πολιτισμού, είναι άλλο ένα σύμπτωμα που δείχνει, κατά τη γνώμη μου, ότι βαδίζουμε σε βαθιά αποξενωμένη από τη ζωή, αφύσικη κατεύθυνση. Και για να μπορεί αυτή η στάση μας να είναι βιώσιμη έχουμε επινοήσει τη θρησκεία, όπως τουλάχιστον τη γνωρίζουμε από τις μονοθεϊστικές θρησκείες.

Η σκέψη μου είναι ότι προσπαθούμε να απωθήσουμε την επίγνωση του θανάτου, επειδή οι όροι ζωής μας δεν μας επιτρέπουν να ζούμε τη ζωή. Δεν μας επιτρέπουν να δινόμαστε όσο έχουμε ανάγκη, να «ξεγυμωνόμαστε» όπως λέει και ένας αγαπημένος φίλος.

Διαβάζοντας αυτό το άρθρο, γίνεται χτυπητά αντιληπτή μία απεγνωσμένη προσπάθεια απώθησης της επίγνωσης του θανάτου.

«Οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι» αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο «νεκροταφεία» και επιμένει στον όρο «κοιμητήρια». Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεώς τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.»

Η απώθηση εδώ φτάνει στο σημείο της άρνησης ακόμη και του φυσικού θανάτου του σώματος. Φτάνει στο σημείο της άρνησης ακόμη και των λέξεων «πεθαμένοι» και «νεκροταφεία». Δεν αρκεί να αανακηρύσσεται η ψυχή ως αθάνατη και άφθαρτη, πρέπει και το σώμα να διατηρείται όσο το δυνατόν περισσότερο και όσο το δυνατόν πιο ακέραιο.

Το κείμενο αυτό του Μητροπολίτη Μεσογαίας επιτελεί με μεγάλη επιδεξιότητα την αποστολή της θρησκείας, όπως την περιέγραφε γλαφυρά ο Μαρξ στην εισαγωγή στην κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας:

«Η θρησκεία είναι η αυτοσυνείδηση και η αυτοσυναίσθηση του ανθρώπου, ο οποίος είτε δεν έχει βρει τον εαυτό του, είτε τον έχει χασει […] Είναι η φαντασιακή πραγμάτωση ουσίας του ανθρώπου, γιατί η ουσία του ανθρώπου δεν αποκτά πραγματική υπόσταση […] Η θρησκευτική αθλιότητα είναι η έκφραση της πραγματικής αθλιότητας και ταυτόχρονα η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική αθλιότητα. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα των συνθηκών που τους λείπει το πνεύμα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λάου.» [μετάφραση από τα γερμανικά δική μου].

Ποια είναι όμως αυτή η ουσία του ανθρώπου; Ποιος είναι ο εαυτός του ανθρώπου;

Κατά τη γνώμη μου, το σώμα και το πνεύμα του ανθρώπου είναι έτσι εξελιγμένα ώστε το κάθε άτομο να μπορεί προσφέρει τα μέσα ζωής όχι στον εαυτό του, αλλά στους άλλους. Η ουσία του ανθρώπου είναι να προσφέρει άμεσα υπηρεσία στον άλλο. Να δουλεύει για τον άλλο. Η ουσία του ανθρώπου θα αποκτήσει πραγματική υπόσταση -πάντα κατά τη γνώμη μου- όταν ο καθένας θα απολαμβάνει να προσφέρει άμεσα υπηρεσία -στην ουσία «ξεγύμνωμα»- στους άλλους και στην κοινωνία, και θα απολαμβάνει να του προσφέρουν άμεσα υπηρεσία. Όπως κάνουμε στα παιδιά μας και στους αγαπημένους μας.

Αυτό συμβαίνει και σήμερα, αλλά συμβαίνει έμεσα και διαμεσολαβημένα. Προσφέρουμε στους άλλους έμμεσα, χωρίς η προσφορά στους άλλους να είναι ο σκοπός μας. Σκοπός μας είναι η προσφορά στον εαυτό μας, και για να το πετύχουμε, πρέπει να ανταλλάξουμε την εργασία μας με τα μέσα επιβίωσής μας. Η άμεση προσφορά στον άλλον και στην κοινωνία, και η άμεση αποδοχή της προσφοράς των άλλων, μία ανθρώπινη σχέση γεμάτη νόημα και πνεύμα (πες το και αγάπη), εκφυλίζεται σε μία σχέση ανταλλαγής που στερείται πνεύματος. Η ανθρώπινη ουσία έχει χαθεί από τις πραγματικές σχέσεις και μετακομίζει στον κόσμο του φαντασιακού.

Μαζί της πρέπει να μετακομίσει και ο θάνατος. Πρέπει να απωθηθεί, καθώς, από τη στιγμή που στη ζωή δεν βρισκόμαστε σε αρμονία με τον εαυτό μας, δεν αντέχουμε στην ιδέα να πεθάνουμε. Εφόσον δεν ζούμε, δεν θέλουμε και να πεθάνουμε.

Ακόμη και αν ζήσουμε τη σχέση μας με τα αγαπημένα πρόσωπα όπως βγαίνει από το παιχνιδάκι που κάναμε στην αρχή, η ουσία δεν αλλάζει – γίνεται όμως μία καλή αρχή. Η ουσία αλλάζει όταν θα μπορούμε ελεύθερα να προσεγγίζουμε με όρους «ξεγυμνώματος» όλους τους ανθρώπους, αλλά και τη φύση. Όταν προσφέρουμε στους άλλους και στο περιβάλλον μας -και γινόμαστε πρόθυμοι αποδέκτες της προσφοράς του άλλου και της φύσης- γιατί αυτό μας δίνει πλήρωση και όχι καταναγκαστικά, για να πάρουμε λεφτά.

Όταν -συγχωρέστεμε που γίνομαι πεζός και ξύλινος- αντικαταστήσουμε τις ανταλλακτικές εμπορευματικές σχέσεις στην παραγωγή (τον καπιταλισμό δηλαδή), με την αρχή της άμεσης προσφοράς στον άλλο και στη φύση.

Advertisements